Πέμπτη 30 Αυγούστου 2012

Τα Λουκουμάκια - Επεισόδιο 1 (Β΄Μέρος)

ΤΑ ΛΟΥΚΟΥΜΑΚΙΑ

Επεισόδιο 1



ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΣΤΟ ΤΩΡΑ, Ο ΜΑΞΙΜΟΣ ΜΕ ΤΗ ΣΙΣΣΥ ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΝΑ ΜΙΛΑΝΕ ΣΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ.

ΣΙΣΣΥ: Αχ ναι! Τι επεισοδιακή νύχτα! Μα κι εσείς... Ήταν όλα μια χαρά στο σπίτι και μόλις ήρθατε, φέρατε την καταστροφή.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Αυτό μας χαρακτηρίζει. Αλλά και πάλι, να λες «Δόξα τω Θεώ» που η αδερφή σου τελείωσε με αυτή την ιστορία, ομαλά και χωρίς μπελάδες.
ΣΙΣΣΥ: Ναι, αυτούς τους άφησε σε σένα.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Έλεος! Για πόσο ακόμα θα μου το κοπανάς; Σου είπα, δεν φταίω εγώ.
ΣΙΣΣΥ: Και ποιος φταίει χρυσέ μου; Έχεις δει πολλούς να πηγαίνουν για παρακολούθηση και να τραβάνε μες τη σκοτεινιά, φωτογραφίες με φλας; Για να μην πω για το πέτσινο στο χέρι. Όχι, την επόμενη φορά που θα πας σε αποστολή, βάλε τα μεταξωτά και να φυσάει. Ή καλύτερα μια γούνα.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Αυτό το αφήνω να το κάνεις εσύ. Ξέρεις, μια μπλε βιζόν. Κακόγουστη. Σαν την θεία σου, την Φιλίτσα!
ΣΙΣΣΥ: Εσύ για πόσο καιρό θα μου το κοπανάς αυτό! Στο ‘χω πει ένα εκατομμύριο φορές. Μία φορά έβαλα αυτή την αηδία όταν ήμουν πέντε χρονών, επειδή ήταν δώρο της γιαγιάς μου. Δηλαδή δεν ήταν δική μου επιλογή. Επομένως, καμία σχέση με την θεία μου την Φιλίτσα, η οποία ντύνεται συνειδητά σαν λατέρνα, ακόμα κι όταν πηγαίνει να γυρίσει το αρνί το Πάσχα.

ΖΕΤΑ (αφήγηση):
Μα ναι, τι γούστο είναι αυτό που έχει η θεία Φιλίτσα. Όχι μόνο η Άρτα και τα Γιάννενα, αλλά γενικότερα όλη η Βόρεια Ελλάδα υπάρχει στη ντουλάπα της. Γούνες, άνιμαλ πριντ, φτερά και πούπουλα, ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς.  Ακόμα και κάτι ρούχα στο χρώμα της τσακιστής ελιάς, που ούτε οι φτωχοί στις ενορίες δεν θα δεχόντουσαν να φορέσουν. Τέλος πάντων! Οι κουτσομπόληδες έχουν δίκιο! Η ιστορία είχε αίσιο τέλος με εμένα να ξεχέζω τη Νίνα στην κεντρική πλατεία του νησιού και να φεύγω με το κεφάλι ψηλά. Ξέρετε, εκεί όπου έκανε τα σόου της η Ρούλα. Αλλά επειδή ήξερε ότι τα είχα μάθει όλα και θα ξεσπούσε μεγάλη μπόρα, η ρουφιάνα με απέφευγε και καθυστερούσε τη συνάντηση μας. Κάποια στιγμή όμως που δε μπορούσε να κάνει αλλιώς, ήρθε η ώρα της, έχοντας και κοινό απέναντι. Ποιους άλλους; Τα γνωστά μπουμπούκια!

Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΚΗΝΗ ΔΙΑΔΡΑΜΑΤΙΖΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ ΜΙΑΟΥΛΗ ΣΤΗ ΣΥΡΟ. Η ΖΕΤΑ ΜΕ ΤΗ ΝΙΝΑ ΣΥΖΗΤΑΝΕ ΕΝΤΟΝΑ ΣΕ ΕΝΑ ΠΑΓΚΑΚΙ ΚΑΙ ΑΠΕΝΑΝΤΙ, ΣΕ ΕΝΑ ΑΛΛΟ, ΚΑΘΟΝΤΑΙ ΚΑΜΟΥΦΛΑΡΙΣΜΕΝΟΙ ΜΕ ΜΑΥΡΙΑ ΓΥΑΛΙΑ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥΣ, Ο ΜΑΞΙΜΟΣ, Η ΡΙΑ, Η ΛΙΑ ΚΑΙ Η ΣΙΣΣΥ.

ΛΙΑ: Μα τι λένε τόση ώρα; Θα σκάσω!!!
ΣΙΣΣΥ: Ήταν για. χρόνια κολλητές. Δεν είναι εύκολο.
ΛΙΑ: Δεν πιστεύω να κάνουν ανασκόπηση όλων των καλών τους στιγμών! Έχω και ανταύγειες να κάνω.
ΣΙΣΣΥ: Δεν ήταν πολλές! Συνέχεια σκοτωμένες ήταν! Κάθε φορά που η Ζέτα γύριζε από τη γειτονιά, της έλειπε και μια τούφα. Μάλωναν διαρκώς. Ισχυριζόταν  κιόλας πως η Νίνα της έπαιρνε  πράγματα.
ΡΙΑ: Έτσι ξεκινάνε όλες αυτές οι εξώλης. Πρώτα σου κλέβουν τη γόμα και το μπλάνκο, έπειτα το κραγιόν και τη σκιά και στο τέλος το στρινγκ και το γκόμενο.
ΣΙΣΣΥ: Το ‘πε πάλι!
ΜΑΞΙΜΟΣ: Ακούστε, ακούστε! Η Μάρω Λύτρα εδώ, λέει πως όταν ήταν μαζί με τον Καραφώτη, εκείνος της συμπεριφερόταν σα να ήταν κατσαρίδα. Φοβερό;
ΡΙΑ: Είπαμε πως θα κάνουμε ότι διαβάζουμε περιοδικά, όχι πως θα τα διαβάσουμε στα αλήθεια.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Μα εμένα μ’ αρέσει η Μάρω Λύτρα! Είναι κακό αυτό;
ΣΙΣΣΥ: Δεν το λες και καλό.
ΛΙΑ: Κοιτάξτε! Η Ζέτα της δείχνει τη φωτογραφία. Γιατί όμως μου φαίνεται ότι δεν ταράχτηκε και πολύ; Δεν χλόμιασε καθόλου, σα να το περίμενε.
ΣΙΣΣΥ: Μα το περίμενε. Ήξερε πολύ καλά για ποιο θέμα θα συζητούσαν σήμερα.
ΛΙΑ: Ποιος της το ‘πε;
ΣΙΣΣΥ: Το φλας του κυρίου!
ΛΙΑ: Μα καλά είσαι μπούας, παιδί μου;
ΡΙΑ: Εγώ αλλιώς τον είπα τότε.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Δε με νοιάζει τι λέτε εσείς, γιατί η φωτογραφία βγήκε υπέροχη! Τέλεια ανάλυση και καθαρότατη εικόνα. Για να δείτε τι εργαλείο έχω.
ΡΙΑ: Ξέρουμε.. τζούφιο! Δεν χρειάζεται να το δούμε κιόλας.
ΣΙΣΣΥ: Το αποτέλεσμα της φωτογραφίας δεν οφείλεται μόνο στην ψηφιακή σου, αλλά και στην επεξεργασία που έκανε ο ξάδερφος σου στο μαγαζί του.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Μη χάσετε, αμέσως να με γειώσετε. Μπορεί να είμαι ερασιτέχνης φωτογράφος, αλλά τα καταφέρνω μια χαρά.
ΡΙΑ: Καλά ηρέμησε, θα σε προσλάβω στο γάμο μου.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Αλήθεια; Πότε θα έρθει ο Χάρος να σε ζητήσει απ’ τον παππού σου;
ΡΙΑ: Βρε, άντε ασέλγησε στον εαυτό σου, χαζεύοντας τη φωτογραφία της Μάρως Λύτρα και άσε μας εμάς.
ΣΙΣΣΥ: Σκάστε ζώα, δίνουμε στόχο.
ΛΙΑ: Άραγε, θα έχουμε χειροδικία; Πώς και πώς την περιμένω!
ΡΙΑ: Όλοι μας!

Σάββατο 25 Αυγούστου 2012

"Τα Λουκουμάκια" - Επεισόδιο 1 (Α' μέρος)

ΤΑ ΛΟΥΚΟΥΜΑΚΙΑ

Επεισόδιο 1

ΣΤΗ ΣΥΡΟ, ΕΝΑ ΣΥΝΝΕΦΙΑΣΜΕΝΟ ΠΡΩΙΝΟ, ΑΛΛΙΩΤΙΚΟ ΑΠΟ ΤΑ ΑΛΛΑ, Η ΤΡΕΛΟΠΑΡΕΑ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΤΑ ΔΙΚΑ ΤΗΣ. Η ΖΕΤΑ ΕΧΕΙ ΒΓΕΙ ΝΑ ΤΡΕΞΕΙ ΣΤΑ ΛΙΒΑΔΙΑ  ΚΟΝΤΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ, Η ΣΙΣΣΥ ΑΣΧΟΛΕΙΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΠΤΥΧΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΤΟΝ ΠΑΛΑΙΑΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΗ ΤΗΣ, Ο ΜΑΞΙΜΟΣ ΚΑΝΕΙ ΠΕΙΡΑΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΚΟΥΖΙΝΑ, Η ΡΙΑ ΚΑΝΕΙ CHAT ΑΠΟ ΤΟ ΚΙΝΗΤΟ ΤΗΣ ΚΑΙ ΤΗ ΛΙΑ ΚΟΙΜΑΤΑΙ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΚΑΙΡΟΥ , ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΠΟΥ Η ΑΔΕΡΦΗ ΤΗΣ ΤΗΝ ΤΡΑΒΑΕΙ ΑΠΟ ΤΑ ΠΟΔΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΞΥΠΝΗΣΕΙ.  ΕΧΟΥΝ ΓΑΜΟ ΣΗΜΕΡΑ. ΠΑΝΤΡΕΥΕΤΑΙ Η ΞΑΔΕΡΦΗ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΑΝΕ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΗ ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥΣ ΓΙΑ ΝΑ ΨΩΝΙΣΟΥΝ ΕΠΙΣΗΜΟ ΕΝΔΥΜΑ.

ΖΕΤΑ (αφήγηση):
Δεν θα πω ψέματα. Οι αφηγήσεις και οι απαγγελίες μου φαίνονται τελείως ξενέρωτες και βαρετές. Ιδίως, όταν πρέπει να σκεφτώ εγώ η ίδια τι θα πω. Συνήθως κάνω σαρδάμ και η αδερφή μου τα καταγράφει επίτηδες στο κοτσανολόγιο που έχουμε, επειδή σημειώνω κι εγώ τα δικά της για να την πειράζω. Αυτή τη στιγμή,  κάνω εξυπηρέτηση στον κολλητό μου τον Μάξιμο! Εκείνος αποφάσισε να  γράψει για τη ζωή μας κι εγώ συμφώνησα να την αφηγηθώ. Θα έπαιζε ο ίδιος αυτόν τον ρόλο, αλλά έχει ένα κόμπλεξ με την φωνή του. Είναι λιγάκι ψιλή και πιστεύει πως φέρνει στη Βουγιουκλάκη. Η αλήθεια είναι βέβαια πως για να βρίσκομαι εδώ  μάλλον συμφωνώ, αλλά δεν θα το κάνω θέμα, γιατί ούτε που φαντάζεστε τι θα τραβήξω μετά. Κάθε φορά που θέλει να με εκδικηθεί, έρχεται σπίτι μας, πιάνει το μπουζούκι του αδερφού μου και αρχίζει να τραγουδάει όλο το ελληνικό ρεπερτόριο που γνωρίζει. Κι όχι τίποτα άλλο, δεν ξέρει να παίζει και μπουζούκι. Θα του το έφερνα κολάρο, αλλά μετά θα με κυνηγάνε, τόσο ο μπαμπάς μου που έδωσε  ένα σκασμό λεφτά για να το αγοράσει, όσο και ο αδερφός μου που το λατρεύει. Αφήστε δε, που τελευταία έχει πωρωθεί άγρια. Έμαθε να παίζει το τραγούδι της Τσίλα και έχει χεστεί από την χαρά του.

ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ ΖΕΤΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΙΣΣΥΣ, Ο ΔΕΚΑΤΕΤΡΑΧΡΟΝΟΣ ΑΔΕΡΦΟΣ ΤΟΥΣ ΚΑΘΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΚΑΝΑΠΕ ΚΑΙ ΕΧΕΙ ΞΕΤΙΝΑΞΕΙ ΜΙΑ ΜΕΡΕΝΤΑ, ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΤΡΩΕΙ ΜΕ ΤΟ ΚΟΥΤΑΛΙ ΚΑΙ Η ΣΙΣΣΥ ΠΑΛΕΥΕΙ ΣΤΟΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΗ, ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟΠΟΘΕΤΗΜΕΝΟΣ ΣΕ ΕΝΑ ΤΡΑΠΕΖΑΚΙ ΑΚΡΙΒΩΣ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΤΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ ΚΑΙ ΣΥΝΕΧΩΣ ΒΡΙΖΕΙ ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΠΑΛΙΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΟΛΛΑΕΙ.

ΖΕΤΑ (αφήγηση):
Τα απρόοπτα και τα κουλά στην παρέα μας, είναι σαν τα ριάλιτι σόου στην τηλεόραση. Ξεπετάγονται το ένα μετά το άλλο. Ένα όμως παραμένει κλασική αξία. Το καθημερινό τηλεφώνημα του Μάξιμου στο σπίτι μας. Δεν έχει περάσει ποτέ μέρα που να μην καλέσει για να σχολιάσει κάτι ή να μας πει τα νέα του. Ακόμα κι αν προηγουμένως, ήμασταν μαζί για ώρες. Η μητέρα του έχει κάνει λογαριασμό σε μια εταιρεία τηλεφώνου, που δεν χρεώνει καθόλου τις κλήσεις προς σταθερά και έτσι, του έχει αλλάξει τα φώτα. Παίρνει και ενώ αρχικά  η αδερφή μου βαριέται να ανοίξει το στόμα της να πει έστω μια λέξη, στο τέλος  καταλήγουν να μιλάνε δυο ώρες στο τηλέφωνο έχοντας κουτσομπολέψει τους πάντες και τα πάντα. Αν στις δυο ώρες δεν τους το έκλεινε ο ΟΤΕ, θα μιλούσαν ακόμα. Αλλά εμείς είμαστε γραμμένοι εκεί και αναγκαστικά δεχόμαστε αυτόν τον όρο. Έτσι κι αλλιώς, οικογενειακώς δεν έχουμε πολλά άτομα , με τα οποία ξημεροβραδιαζόμαστε να μιλάμε μαζί τους στο τηλέφωνο. Αυτό γίνεται μόνο με τον Μάξιμο και τη μεγαλύτερη κατά έναν χρόνο αδερφή μου. Γιατί εμένα, ούτε που να με φτύσει. Σπάνια με ζητάει. Είτε είμαι στο σπίτι, είτε δεν είμαι, συνήθως για την αδερφή μου καλεί.

ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ ΤΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ ΧΤΥΠΑΕΙ ΚΑΙ Ο ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΤΡΕΧΕΙ ΝΑ ΤΟ ΠΙΑΣΕΙ ΜΕ ΤΟ ΚΟΥΤΑΛΙ ΣΤΟ ΣΤΟΜΑ.

ΑΧΙΛΛΕΑΣ: Ναι!
ΜΑΞΙΜΟΣ: Γεια σου Αχιλλέα! Ο Μάξιμος είμαι! Τι κάνεις;
ΑΧΙΛΛΕΑΣ: Γεια σου Μάξιμε! Καλά!
ΜΑΞΙΜΟΣ: Απ’ την τελευταία φορά που μιλήσαμε, μου φαίνεται πως η φωνή σου έχει βαρύνει πολύ.
ΑΧΙΛΛΕΑΣ: Είμαι μπουκωμένος!
ΜΑΞΙΜΟΣ: Τέειο κόλπο! Θα το εφαρμόσω κι εγώ. Από την επόμενη φορά, θα κυκλοφορώ συνεχώς με έναν κουνουπιδοκεφτέ στο στόμα, έτσι  για να ακούγομαι πιο μπρουτάλ.
ΑΧΙΛΛΕΑΣ: Κουνουπιδοκεφτέ; Αηδία! Γιατί όχι έναν κανονικό;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Είμαι χορτοφάγος.
ΑΧΙΛΛΕΑΣ: Α ναι, το έλεγαν τις προάλλες οι αδερφές μου και γελούσαν. 
ΜΑΞΙΜΟΣ: Γιατί;
ΑΧΙΛΛΕΑΣ: Μας περιέγραφαν το σκηνικό που είπες της γιαγιάς σου πως είσαι χορτοφάγος και εκείνη σου απάντησε «εντάξει, να σου φτιάξω δυο μπιφτέκια»;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Ναι, δεν το κατάλαβε. Νόμιζε πως είναι γαλλικά.
ΑΧΙΛΛΕΑΣ: Να σου δώσω την αδερφή μου;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Και τις δύο.
ΑΧΙΛΛΕΑΣ: Μόνο η Σίσσυ είναι εδώ, η Ζέτα πήγε στα λιβάδια.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Εγώ τρώω χορταρικά, αυτή βγήκε να βοσκήσει;
ΑΧΙΛΛΕΑΣ: Πήγε να τρέξει.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Γιατί; Την κυνηγάει κανείς; Μη χειρότερα με τέτοιον καιρό. Εντάξει, δώσε μου τη Σίσσυ.
ΑΧΙΛΛΕΑΣ: Σίσσυ!!!!!!!!! (φωνάζει δυνατά) Ο Μάξιμος!!!!!

Η ΣΙΣΣΥ ΣΗΚΩΝΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΗ ΚΑΙ ΕΡΧΕΤΑΙ ΣΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ

ΣΙΣΣΥ: Βρε ούφο, έκανες το τηλέφωνο μες τη μερέντα.
ΑΧΙΛΛΕΑΣ: Ουπς, δεν το ‘θελα.
ΣΙΣΣΥ: Ναι αλλά με βάζεις σε πειρασμό τώρα. Να το σκουπίσω ή να το γλείψω; Τέλος πάντων! Ναι.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Πάλι μασουλάει ο αδερφός σου;
ΣΙΣΣΥ: Και πού είσαι ακόμα. Από το πρωί που έχει σηκωθεί, έχει φάει όλον τον τόπο. Αν το σπίτι ήταν φτιαγμένο από ζάχαρη, τώρα θα ήμασταν άστεγοι.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Σε βρίσκω κάπως υπερβολική και τις κουβέντες σου βαριές.
ΣΙΣΣΥ: Τι λες χρυσέ μου; Οι κουβέντες μου μπροστά στην κοιλιά του Αχιλλέα, είναι φτερό στον άνεμο.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Εντάξει μωρέ, μην ανησυχείτε. Είναι ακόμα στην ανάπτυξη το παιδί. Θα το πάρει όλο σε μπόι.
ΣΙΣΣΥ: Όλο αυτό σε μπόι; Αποκλείεται! Εκτός αν γίνει σαν τον Φασούλα.

Boubas-Retro

Μετά από αρκετό διάστημα, αποφάσισα να επιστρέψω επιτέλους σε αυτά τα συγγραφικά λημέρια, παρουσιάζοντας κάτι παλιό και ταυτόχρονα νέο για όσους δεν το γνωρίζουν. Επειδή κάποια κείμενα φαίνεται πως είναι καταδικασμένα να στοιχειώσουν τον υπολογιστή μου, καιρός είναι να βγουν προς τα έξω για όσους ενδιαφέρονται να διαβάσουν κάτι χαλαρό και χαρούμενο χωρίς πολλές απαιτήσεις, απλά για να περάσουν ωραία. Τα "Λουκουμάκια" έχουν κλείσει πέντε χρόνια και γράφτηκαν για πρώτη φορά όταν ακόμα βλέπαμε πολλές σειρές στην τηλεόραση με την τρέλα και τη νοοτροπία εκείνης της εποχής. Πλέον τα πράγματα δεν είναι έτσι, όμως παραβλέποντας το γεγονός ότι ότανη ξεκίνησα να γράφω σενάρια-ήμουν αυτοδίδακτος-χωρίς να ξέρω καν πώς είναι η μορφή ενός ολοκληρωμένου σεναρίου, μπορείτε να πάρετε τα "Λουκουμάκια" στην πλάκα.

Πριν όμως ξεκινήσουμε με το στοκ των έτοιμων επεισοδιών, πάμε να μάθουμε ποια είναι τα "Λουκουμάκια" και πώς θα μας απασχολήσουν;

Σενάριο: Αντώνης Μπούμπας
Είδος: Νεανική Κωμωδία καταστάσεων
Περιγραφή - Παρουσίαση: Πολλοί είναι εκείνοι που λένε ότι η τρέλα πάει στα βουνά. Αν γνώριζαν όμως ότι κάπου στις Κυκλάδες ζουν και κυκλοφορούν ελεύθερα πέντε νεαρά παιδιά, κολλητοί από το σχολείο, που έχουν το χάρισμα να σκορπούν τον πανικό και την παράνοια στο πέρασμα τους, θα αναθεωρούσαν αμέσως. Η Ζέτα, η Λία, ο Μάξιμος, η Ρία και η Σίσσυ, είναι τα πέντε μπουμπούκια μας, ετών περίπου 22, που μεγάλωσαν με λουκούμια και χαλβαδόπιτες και έχουν ως σκοπό να στείλουν αδιάβαστη όλη τη Σύρο, τη μάνα πατρίδα τους, με τα κατορθώματα τους, τα ερωτικά τους καρδιοχτύπια, τις επικίνδυνες αποστολές για να σώσει ο ένας τον άλλο, αλλά και όλες τις κωμικοτραγικές καταστάσεις τις οποίες περνούν και απολαμβάνουν συνήθως με το χαμόγελο στα χείλη, αλλά και την χαζοχαρούμενη διάθεση να ξεχειλίζει από παντού. Ό,τι και να τους συμβαίνει, η φιλία και η αλληλεγγύη έχουν τον πρώτο λόγο. Ο ένας φούρνος γκρεμίζεται μετά τον άλλον και πάντα εκείνοι τρέχουν για να πληρώσουν τα σπασμένα, καθώς οι εχθροί είναι πολλοί και τα πυρά τα οποία δέχονται με σκοπό να διαλύσουν την αγαπημένη παρέα, ακόμα περισσότερα.

«Μια σειρά από τρελές παρεξηγήσεις»…


ΠΕΡΙΛΗΨΗ:

Η Ζέτα, η Σίσσυ, ο Μάξιμος, η Λία και η Ρία είναι κολλητοί από παιδιά. Μεγάλωσαν μαζί στο νησί τους τη Σύρο και έχουν το μοναδικό χάρισμα να κάνουν τον κόσμο άνω κάτω με την τρέλα τους, τον αυθορμητισμό τους και την απίστευτη ζωντάνια τους. Είναι η χαρά της ζωής αλλά και πόλος έλξης πολλών παρεξηγήσεων και κωμικοτραγικών καταστάσεων. Η Ζέτα μαθαίνει με τη βοήθεια των φίλων της ότι η επί χρόνια «κολλητή» της Νίνα, έχει κρυφή σχέση με τον Γιώργο, τον άνθρωπο με τον οποίο είναι ερωτευμένη χωρίς ανταπόκριση από το σχολείο και κόβει κάθε επαφή μαζί της αφού την ξεμπροστιάζει. Η σατανική Νίνα ορκίζεται εκδίκηση και πως δεν θα αφήσει κανέναν τους σε χλωρό κλαρί. Η Ζέτα ωστόσο ως άλλη Αντιγόνη, το μόνο που ζητάει ως ρομαντική ύπαρξη, είναι να αγαπήσει και να αγαπηθεί. Και ο έρωτας, ο οποίος τυγχάνει να είναι μηχανόβιος, είναι στο δρόμο με «τριπλή ταυτότητα».Όσον αφορά τους υπόλοιπους, όλος ο κόσμος θεωρεί ότι ο Μάξιμος είναι γκέι γιατί έχει ένα ιδιόρρυθμο στυλ και διαφέρει από τα υπόλοιπα αγόρια της ηλικίας του και εκείνος προσπαθεί να αποδείξει το αντίθετο. Η Σίσσυ κάνει πρακτική στη βιβλιοθήκη του νησιού και βαριέται. Η Ρία ψάχνει μανιωδώς έναν άντρα κατά προτίμηση με κοιλιακούς φέτες για να της πάρει ότι πολύτιμο εξακολουθεί να υπάρχει πάνω της και έχει αρχίσει να την κουράζει. Και τέλος η Λία, που έχει από πίσω της μια μάνα που τρέχει για τα πάντα και μια μικρότερη αδερφή που κάνει τα πάντα για να την προσέξουν κι αυτή, μπλέκεται στα οικογενειακά της ξαδέρφης της Χριστίνας, όταν ο μέλλοντας της σύζυγος της, τη μέρα του γάμου τους, εξομολογείται σε εκείνην τον έρωτα του και την κλέβει από την εκκλησία μπροστά στα μάτια όλων.
Και ενώ όλα μπορεί να φαίνονται απλά, το ερώτημα είναι αυτά τα Συριανά μπουμπούκια που έχουν όλη τη ζωή μπροστά τους, θα καταφέρουν να μείνουν για ένα λεπτό ήσυχα να απολαύσουν ό,τι έχουν τουλάχιστον ή και αυτό θα τους βγει από τη μύτη, με τις τόσες αναποδιές, παρεξηγήσεις, αλλά και τις ατάκες που ξεστομίζουν και δεν σταματούν ούτε ένα λεπτό να γελούν. Παράδοξο; Σουρεαλιστικό; Από όλα έχει ο μπαξές, με ήρωες πέντε γλυκά λουκουμάκια, που όλοι θα ήθελαν για παιδιά τους!!!!

Σάββατο 14 Ιουλίου 2012

Κούνια-Μπέλα (κεφάλαιο 2)

Την προηγούμενη εβδομάδα γνωρίσατε για πρώτη φορά την Αναμπέλα, μία καθημερινή κοπέλα η οποία διανύει τη δεύτερη δεκαετία της ζωής της, χωρίς να είναι ακόμα αποκατεστημένη σε επαγγελματικό και προσωπικό επίπεδο. Είναι ιδιαίτερα νευρική και δε διστάζει να ξεκινήσει θυελλώδεις καυγάδες με την "ανακατώστρα" μητέρα της, αλλά και τον Φραγκίσκο, έναν παιδικό φίλο. Στο πρώτο κεφάλαιο μάθαμε για τις προσπάθειες που κάνει ώστε να εξασφαλίσει μία θέση στο Μητροπολιτικό Μέγαρο της πόλης της, αλλά και για τις μυστικές συναντήσεις του ξαδέρφου της Λάμπρου με τον Παπα-Κώστα. Η Αναμπέλα αποφασισμένη να λύσει το μυστήριο θα μπλεχτεί σε ξεκαρδιστικές καταστάσεις τόσο με τη μητέρα της, όσο και με την κολλητή της Κρίστη, η οποία περνάει το δικό της δράμα, αφού θεωρεί ότι ο φίλος της Χρήστος...έχει μάτια για άλλη. Το προηγούμενο κεφάλαιο τελείωσε στο σημείο που η Αναμπέλα γνωρίζει τον Θησέα, ένα ακόμη προξενειό της μητέρας της, ο οποίος όμως δεν συγκαταλέγεται στη λίστα με τις προηγούμενες αποτυχημένες επιλογές της Κυρα-Λένας.
Συγχωρέστε με για τη μικρή δόση, αλλά πραγματικά ο χρόνος είναι περιορισμένος. Απολαύστε αυτό το μικρό απόσπασμα και σας υπόσχομαι σύντομα τη συνέχεια.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
«Βοήθειά μας…»

Όταν επέστρεψα αφιονισμένη στο σπίτι κρατώντας το μαχαίρι, για καλή μου τύχη, ο Θησέας βρισκόταν στην ταράτσα για να επιδιορθώσει την κεραία. Ένιωσα πραγματικά ότι με είχε βοηθήσει ο Θεός, διότι αν εμφανιζόμουν μπροστά του σαν το δολοφόνο του «Ψυχώ» -χωρίς βέβαια εγώ να ‘χω την χαρά να τον δω ολόγυμνο μέσα στη ντουζιέρα- θα είχε γίνει Λούης. Τελικά, η συναναστροφή μας με τον κλήρο είχε αποδώσει τα μέγιστα. Ωστόσο, η μητέρα μου η οποία εκείνη τη στιγμή έφτιαχνε τον καφέ του στην κουζίνα δεν είχε καμία αμφιβολία ότι τα λογικά μου είχαν βαρέσει διάλυση.
Με κοίταξε ατάραχη και με αξιοθαύμαστη ψυχραιμία, σαν να είχε αποδεχτεί το γεγονός ότι η ασθένειά μου είναι αγιάτρευτη, όπως εκείνη η μάνα από τη Θεσσαλονίκη, που έμαθε ότι ο γιος της ήταν ο «δράκος» του Σέιχ Σου.
-Παιδί μου δεν είσαι καλά! είπε καταφατικά, βάζοντας με σε σκέψεις ότι ήδη είχε καλέσει στο Λυσσιατρείο, για να ‘ρθουν να με μαζέψουν.
-Ησύχασε, δεν θα σε σκοτώσω! απάντησα σχολαστικά, αφήνοντας το μαχαίρι μέσα στο νεροχύτη.
-Ευτυχώς! φώναξε ανακουφισμένη. Γιατί και ο Κοκκινόπουλος έχει σταματήσει τα σήριαλ, οπότε τσάμπα θα κάναμε το διαμέρισμα συναίματο! πρόσθεσε, αποδεικνύοντας περίτρανα από ποιον κληρονόμησα την τρέλα.
Όσο κι αν διεμήνυα ότι οι προθέσεις μου ήταν αγνές, εκείνη πίστευε ακράδαντα ότι το «κτήνος» μέσα μου παρέμενε ζωντανό.
-Πάντως αν πρόκειται να με βρίσεις για τον Θησέα, καλύτερα να τον διώξω! είπε, παρατώντας τον καφέ στη μέση.
-Αν τον διώξεις, θα σε βρίσω! ούρλιαξα εγώ, με τη φωνή μου να χτυπάει υψηλές οκτάβες.
Παράλληλα, μπήκα μπροστά της και άρχισα να της κλείνω με τα χέρια μου το δρόμο προς την έξοδο, θυμίζοντας μοναδικές στιγμές αγώνων μπάσκετ. Μόλις ηρεμήσαμε και οι δύο, έσκυψα στο αυτί της.
-Μου αρέσει! της ψιθύρισα δειλά-δειλά και τα μάτια της πετάχτηκαν έξω σαν κούκος.

Παρασκευή 6 Ιουλίου 2012

Κούνια-Μπέλα (κεφάλαιο 1)

Καιρό έψαχνα να ξαναγυρίσω στο κωμικό ύφος που πάντα με χαρακτήριζε και τα τελευταία χρόνια με είχε εγκαταλείψει. Πριν λίγες ημέρες μου ήρθε μία ωραία ιδέα για να δημιουργήσω ξανά κάτι κωμικό, που φιλοδοξεί να προκαλέσει πολλά χαμόγελα στους αναγνώστες. Απολαύστε λοιπόν από σήμερα τις περιπέτειες της Αναμπέλας, μιας καθημερινής και ιδιαίτερα νευρικής κοπέλας, που πέρα από τα δικά της προβλήματα με τη μάνα της και το δυσβάσταχτο φορτίο της μοναξιάς, έχει να διαχειριστεί και τα προβλήματα της κολλητής της Κρίστης, αλλά και του υπόλοιπου κοινωνικού της περιγύρου φέρνοντας στην επιφάνεια κρυμμένα μυστικά. Ελπίζω πραγματικά να απολαύσετε το πρώτο μέρος και να περάσετε όμορφα!!!!!!!

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
"Μήλα ρε..."
Με δυσκολία κρατήθηκα σήμερα να μην κάνω φρουτοσαλάτα το κεφάλι του Φραγκίσκου. Μόλις είδα τις μπανάνες, τις οποίες μάλιστα μοστράρει στην είσοδο του οπωροπωλείου σαν να πρόκειται για έργο τέχνης, ένιωσα την ανάγκη να τις πιάσω με μανία και να του τις φέρω καπέλο.
Το σκηνικό αυτό επαναλαμβάνεται κάθε μέρα. Δε μπορείς, άνθρωπέ μου, να επαγγέλλεσαι μανάβης και να πλασάρεις σκάρτο εμπόρευμα. Από το πρωί έως το βράδυ να έκαναν ηλιοθεραπεία οι μπανάνες, τέτοιο μαύρισμα δε θα ‘χαν.
Πήρα έξαλλη ένα τσαμπί και το κοπάνησα επάνω στον πάγκο. Ο Φραγκίσκος έδειξε να δυσανασχετεί, γιατί συνηθίζω να του βάζω τις φωνές, σε αντίθεση με τη μητέρα μου που τον λυπάται επειδή κάνει ολομόναχος τα πρώτα επιχειρηματικά του βήματα, χωρίς τη βοήθεια του πατέρα του. Εγώ, σιγά μη λυγίσω. Σε διπλανά θρανία καθόμασταν στο σχολείο. Τον ξέρω από πρώτο χέρι. Δηλαδή επειδή εκείνος είναι αποκατεστημένος επαγγελματικά, ενώ εγώ «γλείφω» διαρκώς τον Μητροπολίτη μας να με τοποθετήσει κάπου εντός της Μητρόπολης, έστω και στις τουαλέτες, θα φοβηθώ να του μιλήσω;
-Εσύ αυτές, τις λες μπανάνες;
Τα ντεσιμπέλ της φωνής μου χτύπησαν κόκκινο, δεδομένου ότι η δίαιτα των κίτρινων φρούτων και λαχανικών που ακολουθώ τον τελευταίο μήνα έχει αρχίσει να μου κάνει τα νεύρα… μηχανή του κιμά.
-Γιατί, εσένα με τι σου μοιάζουν; ρώτησε ενοχλημένος.
-Με κάτι που φυλάω στο κομοδίνο μου, απάντησα καυστικά για να τον αποστομώσω.
- Και από ό,τι φαίνεται, δεν κάνει καλά τη δουλειά του, πρόσθεσε και με αποστόμωσε αυτός.
Δεν φτάνει που δεν κάνει σωστά τη δουλειά του, είναι και θρασύς. Εγώ φταίω που προσπαθώ να στηρίζω τα καταστήματα της γειτονιάς μου και ειδικότερα, τους ανθρώπους της δικής μου γενιάς.
-Κάνω τα πάντα να σε εξυπηρετήσω και εσύ δεν ικανοποιείσαι με τίποτα.
Ο Φραγκίσκος εξέφρασε τα παράπονά του για μένα, όσο εγώ αναρωτιόμουν αν συνέχιζε τα σεξουαλικά υπονοούμενα, ή αν αυτή τη φορά μιλούσε κυριολεκτικά.
-Δε μπορεί ένα ολόκληρο μανάβικο να στηρίζεται αποκλειστικά στις δικές σου προτιμήσεις. Εν πάση περιπτώσει, εάν εσύ θέλεις να τρως ξύλο, να πηγαίνεις σε ξυλουργείο, όχι σε μανάβικο.
Με επέπληττε σε έντονο ύφος.
-Αν πιάσω μια βρεγμένη σανίδα και αρχίσω να σε κυνηγάω, θα σου πω εγώ μετά… που μου βγάζεις και γλώσσα.
Είχαμε γίνει θέαμα μέχρι έξω στο δρόμο. Ο κόσμος σταματούσε μπροστά από το μανάβικο και περίμενε να γίνει πιθανό «διπλωματικό επεισόδιο».
-Από τόσα φρούτα που υπάρχουν εδώ, εσύ έχεις κολλήσει στις μπανάνες;
Το παλικάρι είχε απηυδήσει.

Κυριακή 1 Ιουλίου 2012

"Στις όχθες του Βοϊδομάτη κάθισα και μάτωσα"

Πριν μου φορέσετε αυτή την όμορφη και πάντα στυλάτη άσπρη ρόμπα που κουμπώνει από πίσω, να σας εξηγήσω ότι αυτό που θα διαβάσετε παρακάτω "γεννήθηκε" στην προσπάθειά μου να ξεκινήσω με έναν εναλλακτικό τρόπο την τελευταία -για τον Ιούνιο στήλη μου στο TvNea- όπου αναλύω τη μόδα των βαμπίρ και την επιρροή της στην παγκόσμια τηλεόραση και κυρίως στην ελληνική. Στο τελικό drift, έκρινα ότι δεν ταιριάζει και σκέφτηκα το συγγραφικό μου παραλήρημα να το αφήσω εκτός. Γιατί όμως να πιάνει απλά χώρο στα "έγγραφά μου" χωρίς να αξιοποιηθεί με κάποιον τρόπο, έστω για να γελάσει και κάθε πικραμένος;
Σας παραθέτω λοιπόν ένα μικρό δοκιμιάκι, μια σκοτεινή ιστορία με αρχή-μέση και τέλος, το οποίο "εμπνεύστηκα" επιθυμώντας να μπω στη λογική εκείνων που πιστεύουν ότι η Ελλάδα είναι έτοιμη για αιματηρές ξεπατικωσούρες, φλερτάροντας ανάμεσα στη σοβαρότητα και τη φαιδρότητα.
Γελάστε ελεύθερα, γιατί μη ξεχνάτε. Το γέλιο μεγαλώνει τη ζωή.

Κρυμμένοι στην πυκνή «αγκαλιά» των πανύψηλων πλατανιών- που από κοινού με τα κάθετα βράχια και τις διάσπαρτες σπηλιές πλάι στα κρυστάλλινα νερά του Βοϊδομάτη συνθέτουν την εικόνα ενός επίγειου παραδείσου-ο Ορέστης και η Μανταλένα διασχίζουν ανέμελα και χωρίς αίσθηση του χρόνου, το μονοπάτι που θα τους οδηγήσει πίσω στο γεφύρι. Η επίσκεψη τους στο εγκαταλελειμμένο μοναστήρι των Αγίων Αναργύρων αποτέλεσε το εφαλτήριο μιας μοναδικής ρομαντικής περιπλάνησης στην καρδιά της Κλειδωνιάς με τα ονειρικά χρώματα του ποταμού και τις φυλλώδεις εκτάσεις της να δημιουργούν απίθανους χρωματισμούς.
Ωστόσο, το μαγευτικό τοπίο και η παραμυθένια ατμόσφαιρα της φθινοπωρινής αυτής απόδρασης μακριά από τον όχλο του ξενοδοχείου κατάφεραν να βάλουν τρικλοποδιά στα προγραμματισμένα τους σχέδια, με αποτέλεσμα οι ώρες να κυλήσουν σαν τον ποταμό. Ήταν ήδη περασμένες έξι όταν έφτασαν στον προορισμό τους μετά από μία ονειρική διαδρομή, διάρκειας μίας ώρας, που θα μείνει για πάντα χαραγμένη στη μνήμη τους μέσα από τις δεκάδες φωτογραφίες που αποθανάτισαν λεπτομερώς κάθε τους βήμα. Ο ήλιος δεν άργησε να τους κουνήσει το μαντήλι, κατηφορίζοντας στους πρόποδες των λόφων, οι οποίοι υψώνονταν επιβλητικά μπροστά τους. Η αγριότητα του δάσους ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο από τα μαύρα πέπλα της νύχτας, ενώ το τοπίο φαντάζει πλέον το ιδανικό στέκι μυθικών πλασμάτων και στοιχειών της φύσης που βασιλεύουν στις σελίδες των μυθιστορημάτων. Το σκοτάδι, άσπονδος εχθρός τους, έχει τυλίξει σαν μανδύας κάθε φωτεινή σπιθαμή και το φεγγάρι υποτάσσεται νωχελικά στα νεφελώδη δεσμά του πένθιμου ουρανού. Μοναδικός τους σύμμαχος, το φως από τα κινητά τους τηλέφωνα.
Η Μανταλένα, κρατώντας σφιχτά το χέρι του Ορέστη, ακολουθεί με τυφλή-κυριολεκτικά-εμπιστοσύνη τα βήματά του. Η τόλμη και ο αποφασιστικός του χαρακτήρας διώχνουν μακριά κάθε υποψία φόβου, πλέκοντας γύρω τους ένα δίχτυ ασφάλειας. Τα λεπτά περνούν και το μονοπάτι γίνεται ακόμα πιο δύσβατο. Το αδιάκοπο θρόισμα των φύλλων και τα ουρλιαχτά ζώων, τα οποία φτάνουν όλο και πιο δυνατά στο μέρος τους εντείνουν την αγωνία τους για την έξοδο τους από το δάσος. Η Μανταλένα σφίγγει το χέρι του Ορέστη, την ώρα που δε μπορεί να συγκρατήσει τα σιωπηλά της δάκρυα. Η ανάσα της δυσχεραίνει, τα πόδια της είναι πλέον αδύναμα, όμως λίγο πριν καταρρεύσει, αχτίνες φωτός λούζουν τα πρόσωπά τους. Έφτασαν. Ξεφυσούν από ικανοποίηση. Ο Ορέστης σκουπίζει τα δάκρυα της Μανταλένας και την καθησυχάζει με ένα φιλί.
Ξεκινούν να διασχίζουν το μονότοξο γεφύρι με τη μακρόστενη καμάρα, αλλά κάτι παράξενο διακρίνουν στη μέση του. Παγώνουν. Από το σημείο που βρίσκονται δε μπορούν να καταλάβουν τι είναι. Κολλημένοι ο ένας στον άλλον και με αγωνία για το αν πρόκειται για κάποιο χτυπημένο ζώο, πλησιάζουν. Όταν φτάνουν κοντά, αντικρίζουν με έκπληξη μια νεαρή κοπέλα αναίσθητη και τραυματισμένη. Την ταρακουνούν, αλλά μάταια. Δε συνέρχεται. Τότε, ο Ορέστης πιάνει το κινητό του, προκειμένου βοήθεια. Η μπαταρία τον εγκαταλείπει. Η Μανταλένα ακολουθεί το παράδειγμά του, αλλά η απουσία σήματος καθιστά την επικοινωνία της με την άλλη άκρη του χωριού αδύνατη. Προθυμοποιείται να τρέξει έως εκεί για ενισχύσεις. Ο Ορέστης της ζητά να κάνει όσο το δυνατόν πιο σύντομα. Ο ίδιος στέκεται πάνω από την κοπέλα και προσπαθεί να τη συνεφέρει. Ψάχνει στα ρούχα της για προσωπικά στοιχεία, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.
Ξαφνικά, η κοπέλα ανοίγει τα μάτια και ο Ορέστης εκπλήσσεται ευχάριστα. Τα βλέμματά τους διασταυρώνονται. Ο ένα κοιτάζει τον άλλον με απορία. Τη στιγμή που ο Ορέστης προσπαθεί να βάλει στο μυαλό του τα πράγματα σε μία σειρά, η κοπέλα του χαμογελάει. Εκείνος ανταποδίδει το χαμόγελο και πριν προλάβει να τη ρωτήσει αν είναι καλά, δύο κοφτεροί κυνόδοντες ξεπετάγονται από το στόμα της και του δαγκώνουν με μανία το λαιμό. Η κραυγή του Ορέστη φτάνει μέχρι τα αυτιά της Μανταλένας, η οποία γυρίζει αστραπιαία το βλέμμα της πίσω. Κοιτάζει μουδιασμένη τριγύρω, αλλά δεν παρατηρεί τίποτα. Καθησυχασμένη στρέφει το κεφάλι της και πάλι μπροστά. Στο βάθος διακρίνει μια σκιά, η οποία σιγά-σιγά την πλησιάζει. Παγώνει. «Ποιος είναι»; Ρωτάει τρομαγμένη. Μέχρι που η σκιά εξαφανίζεται και αντικρίζει μπροστά της τον Ορέστη, ο οποίος στέκεται ακίνητος. Χωρίς να σκεφτεί τίποτα, τρέχει μέσα στην αγκαλιά του. Του λέει πόσο φοβήθηκε και μόλις κάνει την κίνηση να τον κοιτάξει στα μάτια, ο Ορέστης της δείχνει τους μεγάλους κυνόδοντές του και πριν προλάβει να φωνάξει, της δαγκώνει και της ρουφάει το αίμα. Από κείνη τη βραδιά, δεν ξαναείδε κανείς το αγαπημένο αυτό ζευγάρι, παρόλο που αρκετοί ισχυρίζονται ότι ζουν ανάμεσά μας.

ΤΕΛΟΣ

Τετάρτη 23 Μαΐου 2012

H "βλακεία" έίναι χρυσός


Το να είσαι «ηλίθιος» είναι τελικά επιλογή ή απόλυτος συμβιβασμός στην ιδέα ότι δε μπορείς να γίνεις τίποτα καλύτερο; Είναι η μεταμφιεσμένη «μαγκιά» που εκπέμπει η εκρηκτική προσωπικότητά σου ή η αποδοχή του προσωπικού σου τίποτα; Είναι ο τρόπος έκφρασης της ανωτερότητάς σου ή ο τρόπος απόκρυψης της κενότητάς σου;

Είναι απλά ένα ατράνταχτο άλλοθι, το οποίο στην προσπάθειά του να αστράψει, κατακερματίζει την ανθρώπινη υπόστασή σου; Και γιατί να με νοιάζει η εικόνα του «ηλίθιου», όταν μπορώ να κάνω το κουσούρι μου, προσόν και πατώντας πάνω του, να ανοίξω τα φτερά μου για να κατακτήσω τον κόσμο με τα δικά μου κόλπα και θέλω; Γιατί να ανησυχώ μήπως παρεξηγηθώ όταν μπορώ να αδράξω την ευκαιρία και ως «ηλίθιος» να προσβάλλω τον διπλανό μου, να εκμηδενίζω καθετί διαφορετικό στα δικά μου μάτια, να γελοιοποιώ τον αδύναμο και να επιδεικνύω την υπεροχή μου γιατί τα δικά μου «πορτοκάλια» είναι αγέρωχα και σκληρά –παρά το βάρος τους το οποίο μόνο εγώ το βλέπω μέγιστο- έναντι των «σαγκουινιών» κάποιων, που εκτιμώ ότι θα έπρεπε να τους κοπούν ως παραδειγματισμό για ασέβεια της φύσης τους;

 Μήπως τελικά η κοινοποίηση της βλακείας μου έχει και τα καλά της; Μήπως μου ανοίγει πόρτες που η αφέλεια και η καλοσύνη τρώνε αδιαλείπτως στα μούτρα; Μήπως μου δίνει την ευκαιρία να ξεχωρίσω και να αποκτήσω ένα μεγάλο όνομα, αντάξιο των «πορτοκαλιών» μου και να εκφράζομαι με τον δικό μου «δημοκρατικό» τρόπο, ευελπιστώντας κάποτε να εισχωρήσω και εγώ στη βουλή;

«Είσαι άσχημος»! «Είσαι χοντρός»! «Είσαι αδερφή»! «Είσαι ξαδέρφη» και εγώ είμαι η αναπαραγωγική μηχανή της γειτονιάς σας. Όχι, δεν είμαι αγενής, δεν είμαι κάφρος, δεν είμαι κακός. Είμαι ΗΛΘΙΟΣ… Οπότε, έχω κάθε δικαίωμα να σε «κράζω», να «σε αδειάζω», να σε κάνω σκουπίδι και φυσικά να λέω την αλήθεια. Γιατί είναι αλήθεια ότι «είσαι άσχημος». Όχι… εγώ δεν είμαι κούκλος. Αλλά αν υπερτονιστεί το δικό σου τοπίο φρίκης, κανείς δεν θα ασχοληθεί με το δικό μου. «Είσαι χοντρός» γιατί δεν είσαι μοντέλο, δεν είσαι αθλητής, ούτε καν άγαλμα σε κεντρική βλακεία. Αν αυτό γίνει πρώτο θέμα, ποιος υπολογίζει τη δική μου μπάκα; «Είσαι αδερφή»…. Καλά δεν το συζητώ, αυτό έχω κάθε δικαίωμα να το βροντοφωνάζω χωρίς να μπορεί κανείς να μου προσάψει τίποτα, διότι έχω επιχειρήματα τα οποία δε μπορούν να διαστρεβλωθούν. Είσαι ευγενικός, δεν έχει τη βλαστήμια «ψωμοτύρι», δεν έχεις ερωτικές σχέσεις, δε πλακώνεσαι στο ξύλο, δεν παρακολουθείς ποδόσφαιρο, ασχολείσαι με τα lifestyle και βλέπεις «Gossip Girl»!!! Ιιιιιιιιιι! Όχι μόνο είσαι «αδερφή», αλλά είσαι και «15χρονο κοριτσάκι». Μπορώ να σου κρεμάσω κουδούνια και με το παραπάνω. Γιατί εγώ βλέπω ποδόσφαιρο, σπάω μύτες, καταφτύνω όλο τον κόσμο, μειώνω τους πάντες, έχω τις «ΧριστοΠαναγίες» για καλημέρα, ακούω «Iron Maiden» και πηδάω ότι στέκεται στα τέσσερα. Και μην ξεχνάμε και το άλλο… είμαι ηλίθιος, άρα έχω το ακαταλόγιστο και θα φροντίσω να μην το χάσω ποτέ. Γιατί τελικά το να είσαι «μαλάκας», έχει και τα τυχερά του. Μπράβο σε όλο τον κλάδο. Κοπιάσαμε, αλλά τα καταφέραμε! Μας αξίζουν συγχαρητήρια! Και του χρόνου!

Πέμπτη 17 Μαΐου 2012

Αγάπησα τον εχθρό μου

Η γυμναστική και εγώ ήμασταν πάντα μαλωμένοι. Σα γειτόνισσες, που ρίχνει η μία τα βρομόνερα της βεράντας της στα ασπρόρουχα της άλλης. Ούτε που ήθελα να ακούω για αυτήν και όποιος μου αποκάλυπτε ότι ήταν φίλος της μου άναβε τα πολύφωτα του εγκεφάλου μου.

Όλοι λένε ότι τη λατρεύουν και ότι χωρίς αυτή δε ζουν, όμως εγώ-με τη μνήμη μεγάλου χορτοφάγου θηλαστικού σε Ασία και Αφρική που με χαρακτηρίζει-θυμάμαι καλά, ότι στο σχολείο όλοι σερνόντουσαν και προσπαθούσαν να την αποφύγουν, υποστηρίζοντας ή ότι από τη μια μέρα στην άλλη έγιναν ανάπηροι πολέμου, ή ότι τους επισκέφτηκαν οι Ρώσοι. Βέβαια όταν στα διαλείμματα, το μπαλαμούτι σε τουαλέτες και πίσω αυλές έπεφτε σύννεφο, θα μπορούσε να συμπεράνει κανείς ότι οι κομμουνιστές είναι πιο ελαστικοί στις ερωτικές επιδείξεις παρά στις γυμναστικές.

Εν πάση περιπτώσει, το θέμα μας αυτή τη στιγμή εστιάζεται στο γεγονός ότι ενώ η πλειοψηφία κάποτε σιχτίριζε την ώρα και τη στιγμή που έπρεπε να κουνήσει το παραμικρό της άκρο, τώρα μας πουλάει μούρη, τρίβοντας στη δική μας μούρη τους καλοσχηματισμένους κοιλιακούς της. Και ενώ είσαι στο τσακ να εκραγείς, έρχεται η εξής φράση για να νεκρωθεί όλο το εγκεφαλικό σου σύστημα και να χάσεις κάθε επαφή με το περιβάλλον: «Και όλο αυτό το πέτυχα τρώγοντας κανονικότατα, χωρίς να στερηθώ τίποτα». Με κάτι τέτοια, πώς να μη σου φύγει το διπλόπιτο από το χέρι; Έχουν νιώσει όλοι αυτοί την ηδονή της σοκολάτας, την χαρά ενός λαχταριστού burger, την απόλαυση μιας πίτσας; Το να τρως δύο κομμάτια πίτσα σε κάθε Eurovision δε σημαίνει ούτε ότι κάνεις ατασθαλίες στη διατροφή σου, ούτε ότι υποστηρίζεις τη χώρα σου.

Τον τελευταίο χρόνο όμως, ένας σιχαμερός εχθρός που κατάφερε να ξετρυπώσει από το καταγώγιο που τον είχα κλειδωμένο, η ζυγαριά, με έκανε να δω αυτή την «άσπονδη» φίλη με άλλο μάτι. Να αναθεωρήσω και να κάνω δειλά-δειλά βηματάκια προς αυτήν. Έριξα τον εγωισμό μου, κατέβηκα απ’ το καλάμι μου-άλλωστε κόντευε να σπάσει-και της έκανα επίσκεψη στον προσωπικό της χώρο. Αυτό ήταν. Τα είδα όλα. Όλος ο μύθος που είχα στο μυαλό μου, καταρρίφθηκε μονομιάς. Ούτε κούραση, ούτε εξουθένωση, ούτε τίποτα. Πηγαίνεις, χαλαρώνεις, τεντώνεσαι και εκτονώνεσαι. Από κει που δεν ήθελε να τη βλέπω στα μάτια μου, τώρα αρρωσταίνω όταν κάποια μέρα δε μπορώ να τη δω. Τι κακό κι αυτό. Αλλά ωραίο κακό. Βέβαια δεν ξέρω αν κάποια στιγμή θα βρω και εγώ την ευκαιρία να μοστράρω τους δικούς μου κοιλιακούς σε κάποιους άλλους που έχουν την Πετρουλάκη-στόχο για βελάκια στον τοίχο, αλλά μέχρι να φύγει από μέσα μου το πνεύμα της Τζέιν Φόντα, θα υποστηρίξω αυτή τη φίλη και θα ευχαριστήσω μια άλλη φίλη, που μας έσμιξε και μας έφερε κοντά.
Σε ευχαριστώ πολύ Χριστίνα!!!!!!!

Παρασκευή 23 Μαρτίου 2012

Πιπέρι καγιέν

Η μαγειρική έχει ιδιαίτερη σημασία για μένα. Όχι, γιατί ο διακαής μου πόθος ήταν να γίνω master chef, αλλά γιατί αποτελεί ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα της ανεξαρτησίας  του κάθε ανθρώπου. Ότι έχει κάποιες γνώσεις και είναι σε θέση να τις ξεδιπλώσει, να τις κάνει πράξη, να τις «σωματοποιήσει», προκειμένου να συντηρήσει τον εαυτό του. Να επιβιώσει, χωρίς να έχει ανάγκη το «μάννα εξ’ ουρανού», είτε σε μορφή μητρικού τάπερ, είτε σε συσκευασία του πλησιέστερου ταχυφαγείου.
Ποτέ δεν είναι αργά να κάνεις crash-test των προσωπικών σου δυνατοτήτων, χωρίς βέβαια αυτό να συνεπάγεται τη μαζική επιθυμία των εν δυνάμει Jamie Oliver να μεγαλουργήσουν στην κουζίνα τους και να κάνουν εκπομπή στο BBC. Πότε όμως παίρνει κάποιος τη μεγάλη απόφαση να φορέσει την ποδιά του και να πιάσει την κουτάλα στο χέρι; Συνήθως, όταν η μαμά λείπει ταξίδι για δουλειές… όταν η μαμά λείπει για έκτακτη οικογενειακή ομήγυρη σε κάποιο Νοσοκομείο της πόλης… και γενικώς όταν η μαμά γεύεται με τη συζυγική της παρέα στο σπίτι τους τα ωραιότατα λαδερά της, την ώρα που εσύ στο δικό σου αναποδογυρίζεις τα κουτιά στα ντουλάπια, για να διαπιστώσεις εάν έχουν λήξει.
 Επιπλέον, το μαγείρεμα είναι μια ηδονική έκφραση ελευθερίας. Όσο είσαι εξαρτημένος από τις δευτεριάτικες μακαρονάδες και τα κυριακάτικα κοκκινιστά της μητέρας Ελλάδας, ο περίεργος ουρανίσκος σου δεν θα ανακαλύψει ποτέ τον μαγικό κόσμο των gourmet σπεσιαλιτέ, στις οποίες απροκάλυπτα θα ήθελε να ασελγήσει. Όσο επαναπαύεσαι στη μονιμότητα και στις ευγενικές χορηγίες εξοοισοφαγικών παραγόντων, τόσο περισσότερο γίνεσαι έρμαιο της εύκολης λύσης, παγιδευμένος στα δεσμά της προσωπικής σου αποστασιοποίησης. Από την άλλη, η είσοδός σου στην κουζίνα προμηνύει την αλλαγή σκηνικού. Τη στιγμή που αρχίζεις να δηλώνεις παρουσία, να διεκδικείς χώρο, να προσφέρεις στον εαυτό σου και στους ανθρώπους που αγαπάς, αυτό το οποίο τους γεμίζει. Αυτό που «αξίζον». Τα «πρέπει» έχουν πάει περίπατο και την θέση τους έχουν καταλάβει τα χαμόγελα και το αίσθημα της ικανοποίησης. Τα συναισθήματα αυτά είναι και το μοναδικό άλλοθι για την επιμονή σου να γίνεις σε γενέθλια, γιορτές, Eurovision και βραδιές σινεμά, η νέα Λωξάνδρα.
Μου αρέσει να μαγειρεύω. Με χαλαρώνει, με γαληνεύει. Παρόλο που η πίεση από το άγχος μου για το επιθυμητό αποτέλεσμα, αγγίζει κάθε φορά βαθμούς θερμοσίφωνα. Με διασκεδάζει και μου δίνει τη δυνατότητα για δημιουργικές απόπειρες. Παρόλο που μετά από κάθε γαστρονομική μου προσπάθεια, κρίνεται απαραίτητη η επίσκεψη των Aggie MacKenzie και Kim Woodburn για να καθαρίσουν τον χαμό στην κουζίνα, που θυμίζει Ιράκ μετά από βομβαρδισμό. Όχι, δεν καταπιέζομαι στη μαγειρική. Δεν ζω με το καρδιοχτύπι να κρύψω στο ντουλάπι το πακέτο με το αλεύρι αφότου το πρόσθεσα στο μείγμα με τα υπόλοιπα υλικά για το κέικ. Ούτε πετάω στον κάδο με τα σκουπίδια τα τσόφλια των αυγών… ούτε καθαρίζω αστραπιαία τον πάγκο από τα ψιλοκομμένα λαχανικά, ούτε πλένω τη στοίβα από πιάτα και ταψιά, ιδανική για τζένγκα. Αφοσιώνομαι αποκλειστικά στο σκοπό μου και αφήνω τη λιποθυμία για αργότερα, όταν θα αντικρίσω όλο το συφερτό να με περιμένει υπομονετικά στο νεροχύτη. Τίποτα όμως δεν είναι σε θέση να εκμηδενίσει την χαρά που έδωσες ή που προσπάθησες -τέλος πάντων- να δώσεις σε κάποια στομάχια.
 Εξ’ ου και από την πρώτη στιγμή που απέκτησα την πρώτη μου κουζίνα-πακέτο με τον υπόλοιπο χώρο- δε δίστασα να ξεχυθώ στην αγορά και να αγοράσω ό,τι χρειάζεται για να υποδεχτώ τους αγαπημένους μου φίλους με ένα ζεστό πιάτο φαγητό από τα δικά μου αντρικά και ελαφρώς ατσούμπαλα χεράκια. Και τι κοτόπουλα, τι φιλέτα, τι ζυμαρικά, τι ζαρζαβατικά… όλα είχε ο μπαξές. Και μαζί τους όλα τα απαραίτητα καρυκεύματα για να προσθέσουν με τη γαστριμαργική τους ιδιότητα ακόμη περισσότερη νοστιμιά, ταξιδεύοντας τους αδένες μας σε άλλες πολιτείες, πιο πικάντικες.
Ρίγανη, τσίλι, δυόσμος, πιπέρι απλό, πιπέρι μαύρο, πιπέρι καγιέν, λεμονοπίπερο, εστραγκόν, τζίντζερ, μοσχοκάρυδο, κανέλα και πάπρικα είναι οι πρώτες φίρμες στην κουζίνα μου. Οι μόνιμοι κάτοικοι στα ντουλάπια, μου, που δύσκολα θα εγκαταλείψουν την θέση τους, παραχωρώντας την σε κάποιον άλλον. Είναι οι μόνοι φίλοι που θα εξακολουθούν να σε κάνουν παρέα όταν όλοι οι υπόλοιποι απαιτούν υψηλό αντίτιμο για να καταδεχτούν να προτιμήσουν τους δικούς σου αποθηκευτικούς χώρους. Ακόμα και αν τα κατεψυγμένα έφτασαν στο τέλος τους ή αν τα ζαρζαβατικά στέρεψαν, εκείνα βρίσκονται εκείνοι και σε περιμένουν για ένα σου βλέμμα. Για να σου αποδείξουν ότι δεν είσαι μόνος. Ότι δεν πρέπει να απελπίζεσαι για το άδειο σου στομάχι… γιατί αυτά είναι εκεί να στο γεμίσουν. Τι καλά…. Πραγματικά νιώθω μια ανακούφιση. Τι κι αν έχω μόνο 20 ευρώ για να περάσω τον υπόλοιπο μήνα…. Τι κι αν δεν έχω τη δυνατότητα να ανοίξω το σπίτι μου σε μια κατεψυγμένη πέρκα; Τα ντουλάπια μου είναι γεμάτα από μπαχαρικά… Δεν θα πεινάσω. Επομένως δεν χρειάζεται ούτε να απελπίζομαι, ούτε να υπεκφεύγω σε ερωτήσεις άλλων που ζητούν να μάθουν για τις διατροφικές μου συνήθειες.
-Τι θα φας αύριο;
-Πιπέρι Καγιέν.
-Τέλεια! Καλή σου όρεξη!!!!!!
-Ευχαριστώ! Επίσης!

Τετάρτη 14 Μαρτίου 2012

H εκδίκηση της πορτοκαλάδας

 
Σύμφωνα με τον Γάλλο φιλόσοφο Μισέλ Ντε Μοντέν, «η ισχυρογνωμοσύνη και η θερμοκεφαλιά είναι τα πιο σίγουρα κριτήρια της βλακείας»… διαπίστωση, που θα μπορούσε να κάνει και η Τζούλη Αγοράκη για να περιγράψει τον πεισματάρη Σκορπιό.
Η ψευδαίσθηση της παντογνωσίας - αδερφάκι εξ’ αίματος με την παρεξηγήσιμη έννοια του αλάθητου- σκάβει πολλές φορές μπροστά στα πόδια μας, βαθιές και σκοτεινές λακκούβες, τις οποίες δύσκολα αποφεύγουμε. Η επιμονή και η στασιμότητα στην άγνοια είναι κακοί σύμβουλοι της ανθρώπινης προσωπικότητας, που σκοπίμως την κρατούν δέσμια σε συνθήκες Ανταρκτικής. Έξι μήνες νύχτα. Πώς θα ξαναδεί το φως της ημέρας; Δεν χρειάζεται να περιμένει άλλο τόσο, ούτε να είναι ημερολογιακά εξαρτώμενη. Χρειάζεται να αναθεωρήσει. Να ανακαλέσει. Να ανοίξει τους ορίζοντες της και να δεχτεί επι-σκέψεις. Σκέψεις νέες, διαφορετικές, εναλλακτικές. Σκέψεις ξένες που προσδοκούν να γίνουν δικές μας. Να τις υιοθετήσουμε. Να αποκτήσουν ένα νέο σπιτικό… το μυαλό μας.
Προσκολλημένοι στην προσωπική μας «τελειότητα» γινόμαστε εν δυνάμει ανάπηροι…. Τυφλοί. Δεν ξεχωρίζουμε το παραπάνω σκαλοπάτι και σύντομα θα το δούμε από πολύ κοντά… όταν πλέον θα έχουμε πέσει με τα μούτρα επάνω του. Η σύγχυση αυτή φυσικά προκαλείται, καθώς υπάρχουν κρυμμένοι μηχανισμοί γύρω μας, οι οποίοι κοιμούνται. Όχι τον ύπνο του δικαίου… Τον ύπνο του ηφαιστείου. Γνωρίζουμε ότι κάποια στιγμή θα ανοίξουν τα μάτια τους, αλλά δεν το θέλουμε, ούτε το μελετάμε. Αυτά… μόνο η Πρωτοψάλτη. Εάν όμως η δική μας ξεροκεφαλιά αποδειχθεί υπερβολικά θορυβώδης, τότε δύσκολα θα αποφύγουμε τα ξυπνητούρια. Οι μηχανισμοί θα ενεργοποιηθούν και θα λειτουργήσουν αντιστρόφως ανάλογα από αυτό που θα επιθυμούσαμε. Και φαντάζει ακατόρθωτο να ανακόψεις μία αναζωπυρωμένη επανάσταση. Φωτεινό παράδειγμα οι Τούρκοι. Όχι ο Ονούρ και ο Εζέλ…. Οι Τούρκοι του 1821. Πίεση, πίεση, πίεση…. μπάφιασαν οι Έλληνες. Ξέσπασαν, ξεσπάθωσαν, άφρισαν. Σαν ένα εκνευρισμένο αναψυκτικό.
Τι πράγμα; Δεν εκνευρίζεται το αναψυκτικό, γιατί είναι άψυχο; Οτιδήποτε υπάρχει σε αυτόν τον πλανήτη αποκτά ψυχή από την κοντινότερη με την οποία θα έρθει σε επαφή. Η πέτρα μονάχη της δεν θα σου ανοίξει το κεφάλι. Όταν στην πετάξω όμως εγώ με δύναμη-σα να ρίχνω νόμισμα στην Φοντάνα ντι Τρέβι-θα σου ανοίξει σαν τριαντάφυλλο. Και μετά, η μόνη ευχή που θα μπορώ να κάνω είναι να με αναλάβει ο Κούγιας, μήπως και αθωωθώ.
Η «άψυχη» εκδίκηση είναι αυτή που πονάει περισσότερο. Προσωπικά, την έχω γευτεί επανειλημμένως. Έχει καεί η γούνα μου από δαύτην. Κι όμως… εξακολουθώ να πηγαίνω γυρεύοντας, παίζοντας την Χουντάλα μου μπόμπα χαρακίρι.
Το σκηνικό γνωστό και πολυσύχναστο. Το σούπερ-μάρκετ. Στο τέλος μιας ακόμη εξαντλητικής ημέρας, οι σωματικές μου δυνάμεις απαιτούν συνοπτικές διαδικασίες. Συνεπώς, αρχίζω να κατεβάζω ολόκληρα τα ράφια-όπως είναι- και να τα νανουρίζω στην αγκαλιά μου μέχρι να φτάσω στο πολυπόθητο ταμείο.
«Γιατί δεν παίρνετε καλαθάκι»;
«Γιατί ο τεμπέλης είναι ένας νεκρός που, δυστυχώς, δεν μπορούμε να τον θάψουμε».
Αλλά εν πάση περιπτώσει… ποιος κάνει τέτοια ώρα φιλοσοφική συζήτηση επάνω από τον κατεψυγμένο μπακαλιάρο»;
Προσπαθώ να στριμώξω στα δυο μου χέρια σοκολάτες, γάλατα, τυριά, σοκολάτες, μακαρόνια, κεριά, σοκολάτες και αναψυκτικά. Σταθείτε… σοκολάτες είπα;;;
Όση ώρα εγώ πηγαίνω πάνω-κάτω τους διαδρόμους, τα έρημα τα αναψυκτικά χορεύουν πεντοζάλι. Εκεί που καθόντουσαν ήρεμα και πολιτισμένα στο ψηλό τους ράφι, πήγα εγώ ο βάρβαρος και τα ξεσπίτωσα, υποβάλλοντας τα σε ένα υποχρεωτικό «dancing with the stars», του οποίου τα έσοδα θα διατεθούν αποκλειστικά για τις ανάγκες του δικού μου στομαχιού. Και η συνέχεια τραγελαφική. Προσπαθώ να πιάσω στον αέρα ένα προϊόν που μόλις δραπέτευσε… τα αναψυκτικά περνάνε κάβο-ντόρο. Χοροπηδάω χαρωπά γιατί είδα προσφορά, τα αναψυκτικά πιάνουν 9 μποφόρ. Κοντολογίς, αν είχαν στόμα να μιλήσουν, θα με είχαν μηνύσει για βιασμό.

Με διπλή κατηγορία… ο Κούγιας θα έκανε πάρτι.

Την ώρα της πληρωμής, οι διαδικασίες γίνονται ακόμα πιο γρήγορες. Χώνεις κακής-κακώς τα πράγματα μέσα στις σακούλες, ώστε να μην προλάβεις να πάρεις την απόδειξη από το χέρι της ταμία με αποτέλεσμα, να έχεις αναγκάσει τα αυγά να «συγκατοικήσουν» με την χλωρίνη και τα γαλακτοκομικά με το σαπούνι πιάτων.
«Και οι σοκολάτες… πού είναι»;
«Τι ερώτηση είναι αυτή; Μόνες τους, βέβαια! Κατεβάζεις από τον θρόνο τη βασίλισσα Ελισάβετ,  για να κάτσει η Πίπα Μίντλεντον»;
Και το μαρτύριο δεν έχει τέλος. Απλώς, οι αναταράξεις από το μονόγκαζο μηχανάκι που κυριολεκτικά πατινάρει στους κακοτράχαλους δρόμους της επιστροφής το κάνει πιο διασκεδαστικό. Και ενώ θα πίστευε κανείς ότι θα έβρισκαν ξανά την χαμένη ισορροπία τους μόλις το κλειδί της πόρτας θα γύριζε, η πραγματικότητα έρχεται να τον διαψεύσει. Διότι κλειδώνω γρήγορα, πετάω τις σακούλες σε κάθε γωνιά του σπιτιού και σπεύδω να εναποθέσω το ταλαιπωρημένο μου κορμί στην ημίδιπλη κλίνη μου.

Τα λεπτά περνούν, οι ώρες επίσης και οι τσάντες με τα πράγματα παρατημένες στο ίδιο ακριβώς σημείο. Δεν έκαναν καν τον κόπο να ανοίξουν ντουλάπια και ψυγείο, να βολευτούν με την ησυχία τους. Περίμεναν εμένα. Να ανασυντεθώ, να ανασκουμπωθώ και να φιλοτιμηθώ να ασχοληθώ μαζί τους. Ωστόσο μέχρι τη στιγμή που θα τα πιάσω και θα τα τακτοποιήσω επιμελώς στη σωστή τους θέση, τα ταλαιπωρημένα αναψυκτικά φαντάζουν μια ταραγμένη αφρίζουσα λίμνη μέσα στη συσκευασία τους, η οποία ονειρεύεται την ώρα που θα αισθανθώ την ανάγκη για μία βουτιά. Αφού η εκδίκηση είναι ένα ρόφημα που πίνεται…. ζεστό.
Με δύο όμως κινήσεις μου έχω μετατραπεί ήδη σε ένα όρθιο πτώμα που βλέπει όλες του τις ανάγκες να παρελαύνουν μπροστά του. Πλήττω, παραλύω, νυστάζω, πεινάω, διψάω, χάνομαι. Αναζητώ την πιο εύκολη λύση. Κάνω το λάθος να πιάσω ένα από τα ανθρακούχα αφεψήματα. Ακουμπάω το μπουκάλι επάνω στον πάγκο και σκύβω ελαφρώς από πάνω του. Όση ξηρασία έχει καταλάβει το λαρύγγι μου, τόσο μεγαλύτερη είναι η επιθυμία μου να το ποτίσω. Έτσι, ανοίγω με μανία το καπάκι και… βαπτίζομαι γα δεύτερη φορά από την κορφή ως τα νύχια. Σαν τιμωρία για όλα τα δεινά που ανέχτηκε εξαιτίας μου. Τα περιθώρια ανοχής όμως κάποια στιγμή στέρεψαν, με αποτέλεσμα να βρίσκομαι τώρα λουσμένος και ταπεινωμένος κρατώντας ένα μισοάδειο μπουκάλι coca-cola και να αναρωτιέμαι σαν τον Νταλάρα «τι έκανα λάθος».
Όλα στη ζωή έχουν ένα όριο. Έναν τερματικό σταθμό, που δεν θα έπρεπε να τον προσπεράσουμε. Όταν ξύνεις διαρκώς τα νύχια σου, αναμοχλεύοντας τον εκρηκτικό μηχανισμό που βρίσκεται διαθέσιμος μπροστά σου, το μακελειό είναι αναπόφευκτο. Αν δε δύνασαι να διαχειριστείς τις συνέπειες των πράξεων σου, τότε καλείσαι να κινηθείς βάσει του αρχικού σεναρίου. Ένα σενάριο που ορίζει τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο «τραβάω το σκοινί» και στο «κοιτάζω τη δουλειά μου, ώστε να μη βρεθώ κρεμασμένος από αυτό».
Ο εγκέφαλος είναι και αυτός με τη σειρά του ένα στρογγυλό δοχείο αναψυκτικού. Και οι σκέψεις που τον περιβάλλουν, το αναβλύζον ανθρακικό, που του προκαλεί χαριτωμένες αναταράξεις. Από τη στιγμή όμως, που το μυαλό τιγκάρει με τις σκοτούρες και τους προβληματισμούς να έχουν προλάβει όλες τις πρώτες θέσεις, τότε το ενδεχόμενο μιας τεράστιας και καταστροφικής έκρηξης είναι πολύ πιθανό. Τότε θα είναι δύσκολο να αποφύγεις τα σκάγια. Επομένως, κρατάς τα χέρια σου σε απόσταση και δεν τον ταρακουνάς. Αν πάλι, η ατρόμητη φύση σου δεν σου επιτρέπει να οπισθοχωρήσεις και εξακολουθείς να παίζεις μαζί του, να τον ερεθίζεις, να διαταράζεις την εσωτερική του ηρεμία, να τον φορτώνεις και να τον κάνεις shaker… θα σου δώσω μονάχα μια συμβουλή… Μην ανοίξεις το καπάκι…!



Κυριακή 11 Μαρτίου 2012

Μένουμε πάντα παιδιά


"Το παρελθόν μου απόψε διαγράφω" δεν είναι το αγαπημένο τραγούδι της Mavis Gary (Charlizr Τheron), στο καινούριο σεναριακό πόνημα της ταλαντούχας Diablo Cody "Young Adult". Πνιγμένη από την ανάγκη της να ανοίξει τα φτερά της ξεφεύγοντας από ένα σκηνικό που το έχει ταυτίσει με την αποτυχία και την οπισθοδρόμηση,ξορκιζει ανθρωπους και καταστασεις του παρελθοντος, αφηνοντας ομως ανοιχτά καποια μικρα παραθυρακια. 
Ωστόσο, όταν οι προσπαθειες να ανταπεξελθει σε μια ονειρεμενη ζωη μακριά από όλους και από όλα γινονται αυτοσκοπος με αποτέλεσμα ο ιδανικος κοσμος της να φανταζει σαν μια μικρη χιονισμενη χιονομπαλα, τα απωθημενα ξυπνανε σαν τη μοναδικη απεγνωσμενη λυση να προσδωσουν εκβιαστικά ευτυχία σε μία καθημερινότητα που από πολλούς θα χαρακτηριζόταν ήδη τέλεια.
Έτσι, η ηρωίδα, αισθανόμενη το αίσθημα του ανικανοποίητου να την καταβροχθίζει, αδυνατεί να αποβάλει από πάνω της τους δαίμονες του παρελθόντος που μετατρέπουν τη ζωή της σε ένα απέραντο βουνό και αποφασίζει να διεκδικήσει η ίδια τον "Μωάμεθ" της χωρίς ταμπού και προκαταλήψεις, κυνηγώντας την ευτυχία. Μεταπηδώντας από την μία παραφροσύνη στην άλλη, η Mavis αρχίζει με τον πιο βάναυσο τρόπο να αμφισβητει και η ίδια τον εαυτο της για πραγματα που μέχρι πρότινος θεωρουσε φυσιολογικα και συνεπώς λογικα. Η Mavis έχει όπως κάθε άνθρωπος τα defauts της. Αυτό που χρειάζεται, είναι να τα αποδεχτει και να συνειδητοποιησει οτι δεν χρειαζεται να εξαρταται απο κανεναν.
Ο καλλογραμμενος χαρακτηρας που με μεγαλη ευστοχια και υποκριτικη δεινοτητα ερμηνευσε η Σαρλίζ Θερόν θεωρω ότι ήταν το καλύτερο μέρος του σεναριου,καθως μονοπωλει το ενδιαφερον απο την αρχη της ταινιας μεχρι το τελος εντεινοντας την αγωνια για την αποκατασταση της ψυχικης ισορροπιας μιας γυναικας συγγραφεας- που στα 37 της ταυτιζει τον εαυτο της με την εφηβη ηρωιδα των βιβλιων της. 

Κι όμως είμαι ακόμα εδώ...

Πολλάκις έχει περάσει από τη σκέψη μου ότι η ανθρώπινη φύση μας είναι απλά μία καμουφλαρισμένη ψευδαίσθηση ότι μπορούμε να καταφέρουμε τα πάντα. Ότι έχουμε τη δύναμη, αλλά και την ικανότητα να γίνουμε ανά πάσα στιγμή πολυμήχανοι, αναζητώντας τη δική μας «Ιθάκη».  Ωστόσο το πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι για να φτάσουμε στην «Ιθάκη» μέσα από μία εμπεριστατωμένη στρατηγική, θα πρέπει πρώτα κάποιος να την φανερώσει. Είναι απαραίτητη προϋπόθεση, ώστε να ξέρουμε ότι τουλάχιστον υπάρχει. Ποιος είναι αυτός; Μια ανώτερη δύναμη, μια ιδέα, ένας άυλος εξουσιαστής που παρά την αέρινη παρουσία του θα μας υπενθυμίζει πάντα ότι είμαστε στους πρόποδες του πανύψηλου θρόνου του. Συνεπώς, θα είναι σαφώς πιο εύκολο για την ψυχική μας ισορροπία να δεχτούμε όσο το δυνατόν γρηγορότερα, ότι σε κάθε περίπτωση οι δυνάμεις μας σταματάνε συγκρούοντας στον από μηχανής τοίχο που εμφανίζεται μπροστά μας.
Όταν επέστρεψα στα πάτρια εδάφη η φράση «είναι προσωρινό» ακουγόταν  από τα χείλη μου περισσότερο  από καθετί άλλο. «Καλημέρα» μου έλεγαν το πρωί»… «Είναι προσωρινό» απαντούσα εγώ. «Ποιο είναι προσωρινό», ακολουθούσε ως εύλογη ερώτηση. «Το ότι αναγκάζομαι να λέω “καλημέρα”, να χαιρετώ συνεχώς τους ίδιους και τους ίδιους ανθρώπους ακόμα και αν η διάθεση μου έχει στερέψει, να δίνω αναφορά για καθετί που συμβαίνει ή δε συμβαίνει στην προσωπική μου ζωή και να βλέπω τα όνειρά μου να ταξιδεύουν πάνω στα ροζ συννεφάκια που είχα ζωγραφίσει με το πινέλο του μυαλού μου, μίλια μακριά από μένα».
Ναι, ήταν γεγονός.  Είχα χάσει την ευγένεια μου. Η δεύτερη απώλεια μετά την υπομονή μου. Ήταν η εποχή των μεγάλων αλλαγών . Οι αφίξεις υποδέχονταν η μία την άλλη. Πρώτα επέστρεψα εγώ στο νησί, μετά κατέφτασε η οικονομική κρίση κι ύστερα ήρθαν οι μέλισσες της αυτοσυντήρησης και του αέναου αγώνα απογαλακτοποίησης και ανεξαρτησίας και με θέρισαν κανονικότατα, χωρίς να προλάβω να βροντοφωνάξω βοήθεια.
Κάποιες στιγμές βέβαια τα τσιμπήματα ήταν αποτρόπαια, μαρτυρικά. Όσο κι αν προσπαθούσα με νύχια και με δόντια να κρατήσω το στόμα μου κλειστό, οι εσωτερικοί μηχανισμοί της προσωπικής μου άμυνας χτυπούσαν αυθαίρετα τους δικούς τους συναγερμούς. Ωστόσο το παράξενο είναι, ότι όλες οι κραυγές αγωνίας μου είχαν συγκεκριμένους αποδέκτες που δεν δυσανασχετούσαν. Δεν πρόβαλαν αντιρρήσεις να γίνουν για μία ακόμη φορά ο ώμος στον οποίο θέλεις να κλάψεις, ο δωρεάν ψυχολόγος όπου θα βγάλεις το άχτι σου, το πορτοφόλι το οποίο θα δώσει λόγο ύπαρξης στα ντουλάπια της κουζίνας σου. Αποδέκτες οι οποίοι θέλουν να είναι εκεί. Δεν στο υπόσχονται, αλλά είναι. Δεν έχουν υποχρέωση, αλλά είναι, δεν είσαι της γούνας τους μανίκι, αλλά είναι. Οι αποδέκτες αυτοί είναι οι δικοί σου άνθρωποι, οι φίλοι σου, η «οικογένεια» σου, ο κόσμος σου, όλο σου το είναι.
«Για μισό λεπτό. Κι αυτοί εκεί πέρα, ποιοι είναι»;
«Ποιους λες»;
«Αυτοί, που μας κοιτάζουν μακριά».
«Ποιους εννοείς; Αυτοί που σε βλέπουν στο δρόμο και σου λένε «αδυνάτισες. Δεν τρως;» χωρίς να περιμένουν απάντηση; Αυτοί που παραπονιούνται για την πληθώρα των εξόδων, αλλά δεν θέλουν να γνωρίζουν τα δικά σου για να μη στεναχωριούνται; Αυτοί που σε βλέπουν  να βουλιάζεις στο βούρκο της ανυπαρξίας σου και σε τραβάνε αναμνηστικές φωτογραφίες για να παρηγορούν το «εγώ» τους; Αυτοί που σου στέλνουν γραπτά μηνύματα για να σου ευχηθούν σε γιορτές και γενέθλια; Αυτοί που σου έδειξαν την πόρτα της εξόδου και σε κλείδωσαν απ’ έξω; Αυτοί που δεν έχουν ιδέα ποιος είσαι πέρα από την ένδειξη σε ταυτότητες και βιβλιάρια»;
«Ναι, αυτούς εννοώ…. Ποιοι είναι»;
«Το μπούγιο». Στην αρχή με εκνεύριζε, δεν ήθελα να το βλέπω μπροστά μου. Έπειτα με αποκάρδιωνε . Το απέφευγα γιατί με συνέθλιβε. Πλέον το έχω συνηθίσει. Απλά υπάρχει. Όπως και η υπόλοιπη πραγματικότητα, στην οποία μπορείς να προσδώσεις όποιον χαρακτηρισμό επιθυμείς προκειμένου οι ελπίδες σου να εξακολουθήσουν να έχουν φτερά για αόριστο χρονικό διάστημα.
Η δική μου είναι εικονική. Η γυάλα για τα χρυσόψαρα είναι μια εικονική πραγματικότητα. Ζουν με την ελπίδα ότι θα επιστρέψουν στο φυσικό τους περιβάλλον. Το ίδιο κι εγώ. Οπλισμένος με υπομονή και γινάτι, θα φάω τις γαριδούλες μου για όσο ακόμα αντέξω. Η θάλασσα δεν είναι μακριά. Ας έρθει εκείνη η ώρα και θα βάλω τα δυνατά μου για να φτάσω ως εκεί. Και μετά, θα δώσω ένα σάλτο και θα κολυμπήσω. Όπως μπορώ. Άλλοτε αργά, άλλοτε σπασμωδικά, άλλοτε απεγνωσμένα, όμως θα βρω τους ρυθμούς μου. Αρκεί να μου δοθεί η ευκαιρία να αποδείξω τις κολυμβητικές μου ικανότητες, ότι μπορώ και έχω τη δυνατότητα να κολυμπήσω και σε άλλα νερά. Άγνωστα, απότομα, βαθιά.
Από ποιον να ζητήσω την ευκαιρία αυτή;;; Κοιτάζω ψηλά…. Το ταβάνι θέλει βάψιμο. Μμμ, άστο για αύριο. Και αύριο… εδώ θα είμαστε!!!