Πέμπτη 30 Αυγούστου 2012

Τα Λουκουμάκια - Επεισόδιο 1 (Β΄Μέρος)

ΤΑ ΛΟΥΚΟΥΜΑΚΙΑ

Επεισόδιο 1



ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΣΤΟ ΤΩΡΑ, Ο ΜΑΞΙΜΟΣ ΜΕ ΤΗ ΣΙΣΣΥ ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΝΑ ΜΙΛΑΝΕ ΣΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ.

ΣΙΣΣΥ: Αχ ναι! Τι επεισοδιακή νύχτα! Μα κι εσείς... Ήταν όλα μια χαρά στο σπίτι και μόλις ήρθατε, φέρατε την καταστροφή.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Αυτό μας χαρακτηρίζει. Αλλά και πάλι, να λες «Δόξα τω Θεώ» που η αδερφή σου τελείωσε με αυτή την ιστορία, ομαλά και χωρίς μπελάδες.
ΣΙΣΣΥ: Ναι, αυτούς τους άφησε σε σένα.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Έλεος! Για πόσο ακόμα θα μου το κοπανάς; Σου είπα, δεν φταίω εγώ.
ΣΙΣΣΥ: Και ποιος φταίει χρυσέ μου; Έχεις δει πολλούς να πηγαίνουν για παρακολούθηση και να τραβάνε μες τη σκοτεινιά, φωτογραφίες με φλας; Για να μην πω για το πέτσινο στο χέρι. Όχι, την επόμενη φορά που θα πας σε αποστολή, βάλε τα μεταξωτά και να φυσάει. Ή καλύτερα μια γούνα.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Αυτό το αφήνω να το κάνεις εσύ. Ξέρεις, μια μπλε βιζόν. Κακόγουστη. Σαν την θεία σου, την Φιλίτσα!
ΣΙΣΣΥ: Εσύ για πόσο καιρό θα μου το κοπανάς αυτό! Στο ‘χω πει ένα εκατομμύριο φορές. Μία φορά έβαλα αυτή την αηδία όταν ήμουν πέντε χρονών, επειδή ήταν δώρο της γιαγιάς μου. Δηλαδή δεν ήταν δική μου επιλογή. Επομένως, καμία σχέση με την θεία μου την Φιλίτσα, η οποία ντύνεται συνειδητά σαν λατέρνα, ακόμα κι όταν πηγαίνει να γυρίσει το αρνί το Πάσχα.

ΖΕΤΑ (αφήγηση):
Μα ναι, τι γούστο είναι αυτό που έχει η θεία Φιλίτσα. Όχι μόνο η Άρτα και τα Γιάννενα, αλλά γενικότερα όλη η Βόρεια Ελλάδα υπάρχει στη ντουλάπα της. Γούνες, άνιμαλ πριντ, φτερά και πούπουλα, ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς.  Ακόμα και κάτι ρούχα στο χρώμα της τσακιστής ελιάς, που ούτε οι φτωχοί στις ενορίες δεν θα δεχόντουσαν να φορέσουν. Τέλος πάντων! Οι κουτσομπόληδες έχουν δίκιο! Η ιστορία είχε αίσιο τέλος με εμένα να ξεχέζω τη Νίνα στην κεντρική πλατεία του νησιού και να φεύγω με το κεφάλι ψηλά. Ξέρετε, εκεί όπου έκανε τα σόου της η Ρούλα. Αλλά επειδή ήξερε ότι τα είχα μάθει όλα και θα ξεσπούσε μεγάλη μπόρα, η ρουφιάνα με απέφευγε και καθυστερούσε τη συνάντηση μας. Κάποια στιγμή όμως που δε μπορούσε να κάνει αλλιώς, ήρθε η ώρα της, έχοντας και κοινό απέναντι. Ποιους άλλους; Τα γνωστά μπουμπούκια!

Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΚΗΝΗ ΔΙΑΔΡΑΜΑΤΙΖΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ ΜΙΑΟΥΛΗ ΣΤΗ ΣΥΡΟ. Η ΖΕΤΑ ΜΕ ΤΗ ΝΙΝΑ ΣΥΖΗΤΑΝΕ ΕΝΤΟΝΑ ΣΕ ΕΝΑ ΠΑΓΚΑΚΙ ΚΑΙ ΑΠΕΝΑΝΤΙ, ΣΕ ΕΝΑ ΑΛΛΟ, ΚΑΘΟΝΤΑΙ ΚΑΜΟΥΦΛΑΡΙΣΜΕΝΟΙ ΜΕ ΜΑΥΡΙΑ ΓΥΑΛΙΑ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥΣ, Ο ΜΑΞΙΜΟΣ, Η ΡΙΑ, Η ΛΙΑ ΚΑΙ Η ΣΙΣΣΥ.

ΛΙΑ: Μα τι λένε τόση ώρα; Θα σκάσω!!!
ΣΙΣΣΥ: Ήταν για. χρόνια κολλητές. Δεν είναι εύκολο.
ΛΙΑ: Δεν πιστεύω να κάνουν ανασκόπηση όλων των καλών τους στιγμών! Έχω και ανταύγειες να κάνω.
ΣΙΣΣΥ: Δεν ήταν πολλές! Συνέχεια σκοτωμένες ήταν! Κάθε φορά που η Ζέτα γύριζε από τη γειτονιά, της έλειπε και μια τούφα. Μάλωναν διαρκώς. Ισχυριζόταν  κιόλας πως η Νίνα της έπαιρνε  πράγματα.
ΡΙΑ: Έτσι ξεκινάνε όλες αυτές οι εξώλης. Πρώτα σου κλέβουν τη γόμα και το μπλάνκο, έπειτα το κραγιόν και τη σκιά και στο τέλος το στρινγκ και το γκόμενο.
ΣΙΣΣΥ: Το ‘πε πάλι!
ΜΑΞΙΜΟΣ: Ακούστε, ακούστε! Η Μάρω Λύτρα εδώ, λέει πως όταν ήταν μαζί με τον Καραφώτη, εκείνος της συμπεριφερόταν σα να ήταν κατσαρίδα. Φοβερό;
ΡΙΑ: Είπαμε πως θα κάνουμε ότι διαβάζουμε περιοδικά, όχι πως θα τα διαβάσουμε στα αλήθεια.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Μα εμένα μ’ αρέσει η Μάρω Λύτρα! Είναι κακό αυτό;
ΣΙΣΣΥ: Δεν το λες και καλό.
ΛΙΑ: Κοιτάξτε! Η Ζέτα της δείχνει τη φωτογραφία. Γιατί όμως μου φαίνεται ότι δεν ταράχτηκε και πολύ; Δεν χλόμιασε καθόλου, σα να το περίμενε.
ΣΙΣΣΥ: Μα το περίμενε. Ήξερε πολύ καλά για ποιο θέμα θα συζητούσαν σήμερα.
ΛΙΑ: Ποιος της το ‘πε;
ΣΙΣΣΥ: Το φλας του κυρίου!
ΛΙΑ: Μα καλά είσαι μπούας, παιδί μου;
ΡΙΑ: Εγώ αλλιώς τον είπα τότε.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Δε με νοιάζει τι λέτε εσείς, γιατί η φωτογραφία βγήκε υπέροχη! Τέλεια ανάλυση και καθαρότατη εικόνα. Για να δείτε τι εργαλείο έχω.
ΡΙΑ: Ξέρουμε.. τζούφιο! Δεν χρειάζεται να το δούμε κιόλας.
ΣΙΣΣΥ: Το αποτέλεσμα της φωτογραφίας δεν οφείλεται μόνο στην ψηφιακή σου, αλλά και στην επεξεργασία που έκανε ο ξάδερφος σου στο μαγαζί του.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Μη χάσετε, αμέσως να με γειώσετε. Μπορεί να είμαι ερασιτέχνης φωτογράφος, αλλά τα καταφέρνω μια χαρά.
ΡΙΑ: Καλά ηρέμησε, θα σε προσλάβω στο γάμο μου.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Αλήθεια; Πότε θα έρθει ο Χάρος να σε ζητήσει απ’ τον παππού σου;
ΡΙΑ: Βρε, άντε ασέλγησε στον εαυτό σου, χαζεύοντας τη φωτογραφία της Μάρως Λύτρα και άσε μας εμάς.
ΣΙΣΣΥ: Σκάστε ζώα, δίνουμε στόχο.
ΛΙΑ: Άραγε, θα έχουμε χειροδικία; Πώς και πώς την περιμένω!
ΡΙΑ: Όλοι μας!

ΚΑΠΟΙΑ ΣΤΙΓΜΗ Η ΖΕΤΑ ΣΗΚΩΝΕΤΑΙ ΟΡΘΙΑ ΚΑΙ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΟΤΙ ΔΙΑΠΛΗΚΤΙΖΕΤΑΙ ΕΝΤΟΝΑ ΜΕ ΤΗ ΝΙΝΑ Η ΟΠΟΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΤΑΖΕΙ ΛΙΓΑΚΙ ΣΑΝ ΧΑΝΟΣ.

ΣΙΣΣΥ: Η Ζέτα σηκώθηκε όρθια!
ΛΙΑ: Φαίνεται πως άναψαν τα αίματα.
ΡΙΑ: (απευθυνόμενος στον Μάξιμο ο οποίος ρίχνει κλεφτές ματιές στο περιοδικό) Εσύ κοιτάζεις;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Ναι, ναι, βέβαια!
ΡΙΑ: Θα στο σκίσω!
ΣΙΣΣΥ: Πάψτε!!!
ΛΙΑ: Έλα, δως της το!

ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΝ ΤΗΝ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ, ΒΓΑΖΟΥΝ ΤΕΛΕΙΩΣ ΤΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΑΠΟ ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥΣ, ΣΚΥΒΟΥΝ ΠΙΟ ΜΠΡΟΣΤΑ ΓΙΑ ΝΑ ΔΟΥΝ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΚΑΙ ΜΟΛΙΣ ΒΛΕΠΟΥΝ ΤΗ ΖΕΤΑ ΝΑ ΧΑΣΤΟΥΚΙΖΕΙ ΤΗ ΝΙΝΑ, ΞΕΣΠΑΝΕ ΣΕ ΠΑΝΗΓΥΡΙΣΜΟΥΣ!!!!

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ: Ναι!!! (φωνάζουν, αλλά όταν γυρίζει και τους κοιτάζει όλη η πλατεία, κρύβονται και πάλι πίσω από τα περιοδικά).
ΣΙΣΣΥ: Ρόμπα γίναμε!
ΜΑΞΙΜΟΣ: Ναι, αλλά το ευχαριστηθήκαμε. Τι τέλειο χαστούκι ήταν αυτό...
ΣΙΣΣΥ: Το πρόβαρε πολλές φορές στον αδερφό μας.
ΛΙΑ: Και δεν πρέπει να το περίμενε! Φάνηκε! Μπράβο Ζέτα!
ΜΑΞΙΜΟΣ: Πάμε κι εμείς; Ούτε τα δικά μας θα περιμένει.
ΡΙΑ: Δεν πιστεύω η άλλη να ανταποδώσει.
ΣΙΣΣΥ: Αποκλείεται! Αφού ξέρει ότι έχει λερωμένη την φωλιά της.
ΛΙΑ: Για δείτε, η δικιά μας φεύγει ήρεμα και πολιτισμένα. Κυρία, δεν το συζητώ!
ΣΙΣΣΥ: Κυρία, αλλά αφού πρώτα της έβγαλες το σαγόνι.
ΛΙΑ: Καλά της έκανε. Την παραδέχομαι την φίλη μας!
ΡΙΑ: Κι εγώ την ξαδέρφη μου!
ΛΙΑ: Πού πάει τώρα; Να την προλάβουμε, για να της πούμε ότι καθόμαστε εδώ.
ΣΙΣΣΥ: Το ξέρει. Έχουμε δώσει ραντεβού σε μισή ώρα στα παγκάκια στο Νησάκι.
ΡΙΑ: Πάλι θα κάτσουμε; Θα πιαστεί ο κώλος μας!
ΜΑΞΙΜΟΣ: Αυτό ήταν! Βγάλαμε εις πέρας ακόμα μία αποστολή βοηθώντας έτσι ένα μέλος της παρέας μας, που ήταν, είναι και θα είναι για πάντα αγαπημένο!
ΛΙΑ: Μα πώς τα λες έτσι;
ΣΙΣΣΥ: Συγγραφέας παιδί μου, τι περίμενες; Μεγαλουργεί πάλι!
ΜΑΞΙΜΟΣ: Φέρτε να τσουγκρίσουμε!

 ΟΛΟΙ Η ΣΧΕΔΟΝ ΟΛΟΙ, ΠΙΑΝΟΥΝ ΜΕ ΤΟ ΧΕΡΙ ΤΟΥΣ ΕΝΑ ΜΠΟΥΚΑΛΙ ΙCE TEA ΛΕΜΟΝΙ ΠΟΥ ΕΙΧΑΝ ΔΙΠΛΑ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΒΓΑΖΟΥΝ ΤΟ ΚΑΠΑΚΙ.

ΟΛΟΙ  ΠΛΗΝ ΤΗΣ ΛΙΑΣ: Με το ένα, με το δύο….
ΛΙΑ: Μισό λεπτό! Επειδή εγώ δεν πίνω ice tea, πειράζει να τσουγκρίσω με χυμό βατόμουρο;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Ασχολίαστο!
ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ: Με το ένα με το δύο με το τρία! Στην υγειά της παρέας!!!!
ΛΙΑ: Αχ να είμαστε όλοι καλά και το ίδιο αγαπημένοι!
ΜΑΞΙΜΟΣ: Για πολλά, πολλά χρόνια!
ΣΙΣΣΥ: Αμήν!
ΡΙΑ: Η Ζέτα δεν θα πιει μαζί μας;
ΣΙΣΣΥ: Θα της κρατήσω λίγο τσάι, να το πιει αργότερα.
ΡΙΑ: Λέτε αυτή η γκιόσα, να κατάλαβε ότι βρισκόμαστε εδώ όλη την ώρα;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Με τίποτα! Αφού είμαστε πολύ διακριτικές παρουσίες.

ΚΙ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΚΑΝΟΥΝ ΗΣΥΧΙΑ ΓΙΑ ΛΙΓΑ ΔΕΥΤΕΡΟΛΕΠΤΑ, ΞΑΦΝΙΚΑ ΠΕΤΑΓΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΓΚΑΚΙ ΚΑΙ ΑΡΧΙΖΟΥΝ ΝΑ ΧΟΡΟΠΗΔΑΝΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΧΑΡΑ ΤΟΥΣ.

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ: Yes! Yes! Yes! Ζήτω!!! Μπράβο μας! Πάντα τέτοια.

ΚΙ ΑΦΟΥ ΗΡΕΜΟΥΝ…

ΣΙΣΣΥ: Είμαστε νούμερα!
ΡΙΑ: Όχι αγάπη μου, είμαστε ΘΕΕΣ!!!

Ο ΜΑΞΙΜΟΣ ΚΟΙΤΑΖΕΙ ΑΓΡΙΑ ΤΗ ΡΙΑ

ΡΙΑ: Σόρι. Θεοί εννοούσα! Είμαστε Θεοί!
ΜΑΞΙΜΟΣ: Πολλά λάθη κάνεις τελευταία και στο τέλος θα μου βγει για τα καλά το όνομα.
ΡΙΑ: Τι να σου πω... σκότωσέ με! 
ΜΑΞΙΜΟΣ: Ευχαρίστως!!!!

ΚΑΙ ΑΡΧΙΖΕΙ ΝΑ ΤΗΝ ΚΥΝΗΓΑΕΙ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ. ΕΧΟΥΝ ΞΕΡΑΘΕΙ ΣΤΑ ΓΕΛΙΑ.

ΡΙΑ:
Σώστε με καλέ, σώστε με!

Η ΛΙΑ ΚΑΙ Η ΣΙΣΣΥ ΚΟΙΤΑΖΟΥΝ ΑΛΛΟΥ ΑΠΟ ΑΜΗΧΑΝΙΑ ΚΑΙ ΚΑΝΟΥΝ ΟΤΙ ΔΕΝ ΤΟΥΣ ΞΕΡΟΥΝ.

ΣΙΣΣΥ: Τελικά εμείς είμαστε οι Θεές!
ΛΙΑ: Κι αυτοί τα νούμερα;
ΣΙΣΣΥ: Ακριβώς!!!!

ΚΑΙ Η ΣΚΗΝΗ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ ΜΕ ΤΙΣ ΔΥΟ ΤΟΥΣ ΝΑ ΓΕΛΑΝΕ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ ΔΥΟ ΝΑ ΚΥΝΗΓΙΟΥΝΤΑΙ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ.

ΖΕΤΑ (αφήγηση):
Όμως δυστυχώς, στη ζωή μας δεν είναι όλα ρόδινα. Πίσω από την χαρά και τον ενθουσιασμό, τις περισσότερες φορές υπάρχει και η σκοτεινή πλευρά κάποιων πραγμάτων!


ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΑΚΙ ΚΑΙ ΕΧΕΙ ΣΚΟΤΕΙΝΙΑΣΕΙ. Ο ΜΑΞΙΜΟΣ ΜΕΤΑ ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΤΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΓΑΛΛΙΚΩΝ ΠΟΥ ΠΑΡΕΔΙΔΕ ΣΤΟ ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΟ ΟΠΟΥ ΕΡΓΑΖΕΤΑΙ. ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ ΝΑ ΚΟΨΕΙ ΔΡΟΜΟ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΕΝΑ ΣΤΕΝΟ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΦΩΤΙΣΜΕΝΟ.

                                                                                             
«Είμαστε θεές, (τραγουδάει) είμαστε θεές»…. Μου το κόλλησε η χαζή και αν με ακούσει κανείς, θα γίνω ρεζίλι. «Είμαστε θεές…, ζήτω οι ξανθιές».

ΚΑΠΟΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΑΚΟΥΕΙ ΒΗΜΑΤΑ ΠΙΣΩ ΤΟΥ, ΓΥΡΙΖΕΙ ΚΑΙ ΒΛΕΠΕΙ ΔΥΟ ΠΕΡΙΕΡΓΟΥΣ ΤΥΠΟΥΣ ΝΑ ΚΑΤΕΥΘΥΝΟΝΤΑΙ ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΕΡΟΣ ΤΟΥ. ΕΚΕΙΝΟΣ ΠΟΥ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙ ΟΤΙ ΚΑΤΙ ΔΕΝ ΠΑΕΙ ΚΑΛΑ, ΕΠΙΤΑΧΥΝΕΙ ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΟΥ, ΓΙΑ ΝΑ ΦΥΓΕΙ ΓΡΗΓΟΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΣΤΕΝΟ ΚΑΙ ΝΑ ΒΓΕΙ ΣΤΟΝ ΚΕΝΤΡΙΚΟ. ΠΡΟΧΩΡΑΕΙ, ΠΡΟΧΩΡΑΕΙ, ΠΡΟΧΩΡΑΕΙ, ΩΣΠΟΥ ΑΓΧΩΝΕΤΑΙ ΚΑΙ ΑΡΧΙΖΕΙ ΝΑ ΤΡΕΧΕΙ. ΚΑΙ ΜΟΛΙΣ ΦΤΑΝΕΙ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΣΤΕΝΟΥ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΣΤΟ ΤΣΑΚ ΝΑ ΒΓΕΙ ΣΤΟ ΦΩΣ, ΕΜΦΑΝΙΖΟΝΤΑΙ ΜΠΡΟΣΤΑ ΤΟΥ ΑΛΛΟΙ ΔΥΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΡΑΤΑΝΕ ΜΕΣΑ.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Ποιοι είστε; Τι θέλετε;
ΕΝΑΣ ΤΥΠΟΣ: Τι έγινε, αδερφούλα; Φοβάσαι;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Αδερφούλα είσαι και φαίνεσαι.
ΕΝΑΣ ΤΥΠΟΣ: Τι είπες, ρε; (και σηκώνει το χέρι του για να του δώσει γροθιά στο πρόσωπο. Ο Μάξιμος κλείνει τα μάτια του).
ΓΙΩΡΓΟΣ: Στάσου! Όχι ακόμα!

ΑΚΟΥΓΕΤΑΙ ΚΑΙ ΞΑΦΝΙΚΑ ΕΜΦΑΝΙΖΕΤΑΙ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟ ΜΑΞΙΜΟ Ο ΓΙΩΡΓΟΣ, Ο ΟΠΟΙΟΣ ΤΟΝ ΑΦΗΝΕΙ ΜΕ ΤΟ ΣΤΟΜΑ ΑΝΟΙΧΤΟ.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Εσύ είσαι πίσω από αυτό; Έπρεπε να το καταλάβω. Πες τους να με αφήσουν να φύγω!
ΓΙΩΡΓΟΣ: Γιατί; Δεν θέλεις να συζητήσουμε λιγάκι;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Δε νομίζω πως έχουμε να πούμε κάτι εμείς οι δυο. Και πέρα από αυτό, έχω δουλειές.
ΓΙΩΡΓΟΣ: Ποιες δουλειές; Τα δυο ψωρομαθήματα γαλλικών που κάνεις; Σιγά ρε Μπαρντό, θα πέσεις κάτω από υπερκόπωση.

Ο ΜΑΞΙΜΟΣ ΠΗΓΑΙΝΕΙ ΝΑ ΦΥΓΕΙ ΑΛΛΑ ΟΙ ΜΑΝΤΡΑΧΑΛΑΔΕΣ ΔΕΝ ΤΟΝ ΑΦΗΝΟΥΝ.

ΓΙΩΡΓΟΣ: Εκτός κι αν έχεις κανονίσει να πας στις φίλες σου, να παίξετε τις κουμπάρες. Τότε, αλλάζει το πράγμα!
ΜΑΞΙΜΟΣ: Μαζί σου, έχω ανταλλάξει με το ζόρι τρεις κουβέντες. Δε σου έδωσα ποτέ το δικαίωμα να με σχολιάζεις, να με ειρωνεύεσαι ή να μου πετάς υπονοούμενα. Γι’ αυτό πάρε τα γοριλάκια σου κι άντε στο διάολο.
ΓΙΩΡΓΟΣ: Ούτε εγώ σου έδωσα το δικαίωμα να μπλέκεσαι στην προσωπική μου ζωή και να με παρακολουθείς.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Τι είναι αυτά που λες;
 
Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΓΑΖΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΣΕΠΗ ΤΟΥ ΣΑΚΑΚΙΟΥ ΤΟΥ ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΠΕΤΣΙΝΟ ΠΟΥ ΦΟΡΟΥΣΕ Ο ΜΑΞΙΜΟΣ ΕΚΕΙΝΗ ΤΗ ΝΥΧΤΑ ΣΤΟ ΧΕΡΙ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΤΟ ΔΕΙΧΝΕΙ.

ΓΙΩΡΓΟΣ: Σου θυμίζει κάτι;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Πού το βρήκες;
ΓΙΩΡΓΟΣ: Εσύ πού λες;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Δως το μου και άσε με να φύγω!
ΓΙΩΡΓΟΣ: Θα σ ’αφήσω, μην ανησυχείς! Απλά θέλω να σου ξεκαθαρίσω πρώτα κάποια πράγματα. Την χαζοχαρούμενη φίλη σου, την έχω χεσμένη, όπως κι εσένα επίσης. Δε με νοιάζει λοιπόν τι κάνεις μαζί της, ή τι κάνεις για αυτήν. Δε γουστάρω όμως, να ανακατεύονται στη ζωή τη δική μου και των κοντινών μου προσώπων. Όσοι κάνουν το λάθος αυτό, τιμωρούνται. Και απ’ τον κανόνα αυτό, εσύ δεν θα αποτελέσεις εξαίρεση;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Δηλαδή; Θα με τιμωρήσεις;
ΓΙΩΡΓΟΣ: Όχι εγώ, τα γοριλάκια μου!

Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΙΝΕΙ ΤΟ ΣΗΜΑ ΣΤΟΥΣ «ΦΙΛΟΥΣ» ΤΟΥ ΚΑΙ ΕΚΕΙΝΟΙ ΚΑΙ ΑΡΧΙΖΟΥΝ ΝΑ ΧΤΥΠΑΝΕ ΑΓΡΙΑ ΤΟ ΜΑΞΙΜΟ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΚΑΤΙ ΚΑΔΟΥΣ ΣΚΟΥΠΙΔΙΩΝ. ΠΟΛΛΑ ΧΤΥΠΗΜΑΤΑ. ΜΠΟΥΝΙΕΣ ΚΑΙ ΚΛΩΤΣΙΕΣ ΜΑΖΙ.  Ο ΜΑΞΙΜΟΣ ΒΟΓΚΑΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΟΝΟ.

ΓΙΩΡΓΟΣ: Και την επόμενη φορά που θα χώσεις τη μύτη σου στη ζωή μου, δεν θα τη γλιτώσεις τόσο εύκολα! Κατάλαβες ηλίθια; Πάμε παιδιά! (ετοιμάζεται να φύγει αλλά ξαναγυρνάει). Πάρε κι αυτή τη μαλακία. (λέει και του πετάει πάνω του το πέτσινο). Καλή σου νύχτα!

ΦΕΥΓΟΥΝ ΚΑΙ ΑΦΗΝΟΥΝ ΜΟΝΟ ΤΟΥ ΚΑΙ ΧΤΥΠΗΜΕΝΟ ΤΟ ΜΑΞΙΜΟ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΑ ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ, Ο ΟΠΟΙΟΣ ΔΕ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΚΟΥΝΗΘΕΙ ΚΑΛΑ ΚΑΛΑ.

ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΚΟΠΟ ΚΑΙ ΠΟΛΛΗ ΔΥΣΚΟΛΙΑ, ΚΑΤΑΦΕΡΝΕΙ, ΝΑ ΣΥΡΘΕΙ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ ΡΙΑΣ ΚΑΙ ΝΑ ΧΤΥΠΗΣΕΙ ΤΟ ΚΟΥΔΟΥΝΙ. ΑΝΟΙΓΕΙ Η ΓΙΑΓΙΑ ΤΗΣ ΦΟΡΩΝΤΑΣ ΡΟΛΕΙ ΣΤΟ ΚΕΦΑΛΙ.

ΓΙΑΓΙΑ ΡΙΑΣ: Γεια σου Μάξιμε. Μισό λεπτό, να σου φωνάξω τη Ρία! Είναι στο μπάνιο και λούζεται. (λέει και φεύγει τρεχάτη). Ρία, ο Μάξιμος!
ΜΑΞΙΜΟΣ: Σας παρακαλώ, λίγο νερό! (λέει και σωριάζεται στα σκαλιά).

Η ΡΙΑ ΕΡΧΕΤΑΙ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΛΙΓΟ ΜΕ ΜΙΑ ΠΕΤΣΕΤΑ ΣΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΚΑΙ ΤΟΝ ΨΑΧΝΕΙ.

ΡΙΑ: Μάξιμε! Πού είναι καλέ, δεν τον βλέπω; (λέει και εκείνη τη στιγμή που πάει πιο κοντά στην πόρτα, τον βλέπει ξαπλωμένο τα σκαλιά). Ο Χριστός κι η Παναγία! Μάξιμε! Μάξιμε! Καλέ γιαγιά, τι του ‘κανες του ανθρώπου;
ΓΙΑΓΙΑ ΡΙΑΣ: Γιατί το λες αυτό; (ξανάρχεται). Τι έπαθε το παιδί; Πριν λίγο, ήταν καλά. Αφού συζητήσαμε κιόλας.
ΡΙΑ: Έτσι του άνοιξες; Με τα μπικουτί στο κεφάλι;
ΓΙΑΓΙΑ ΡΙΑΣ: Ναι!
ΡΙΑ: Έτσι εξηγείται! Μάξιμε, Μάξιμε! Μ’ ακούς; Μάξιμε! (λέει και τον χτυπάει ελαφρά στα μάγουλα για να ανοίξει τα μάτια του).

ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΥΜΕ ΣΤΟ ΤΩΡΑ ΚΑΙ ΣΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑ ΤΗΣ ΣΙΣΣΥΣ ΜΕ ΤΟ ΜΑΞΙΜΟ.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Ακόμα με πονάνε τα πλευρά μου όταν αλλάζει ο καιρός.
ΣΙΣΣΥ: Βασικά, τυχερός είσαι που δεν στα έσπασαν με τόσο ξύλο. Είσαι και σαν σαμιαμίδι. Απορώ πώς επέζησες.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Αγάπη μου, ακόμη κι αν χιονίζει ή αν βρέχει, ο Μάξιμος αντέχει.
ΣΙΣΣΥ: Ο Καζαντζίδης είσαι;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Όχι, το αγριολούλουδο! Είναι κακό που θέλω να στηρίζω και να βοηθάω τις κολλητές μου με κάθε τίμημα;
ΣΙΣΣΥ: Μπράβο! Κι εγώ που νόμιζα πως μετά το ξύλο, θα μισείς την αδερφή μου!
ΜΑΞΙΜΟΣ: Γιατί εκείνη με έβαλε να παρακολουθήσω το Γιώργο;
ΣΙΣΣΥ: Όχι, αλλά επειδή έκανες καλή δουλειά, μάλλον εκείνη θα σε βάλει να το ξανακάνεις και με τους επόμενους.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Κανένα πρόβλημα. Αρκεί να μην είναι ξανά ο Γιώργος! Με εκείνον ξεμπέρδεψα!
ΣΙΣΣΥ: Εκτός από καλός φίλος, είσαι και χέστης, χρυσό μου! Σε απείλησε και τα έκανες πάνω σου!
ΜΑΞΙΜΟΣ: Δεν είμαι τόσο γενναίος, ώστε μετά την προειδοποίηση του να τρέξω κατευθείαν στο λάκκο με τα φίδια. Αλλά ούτε και χαζός, ώστε να το αφήσω να περάσει έτσι.
ΣΙΣΣΥ: Τι έχεις στο μυαλό σου καταραμένε όφι;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Κάτσε να ηρεμήσουν κάπως τα πράγματα και θα σου πω εγώ τι θα πάθει ο Γιωργάκης, εκεί που δεν το περιμένει. Εξάλλου δε λένε, πως η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο;
ΣΙΣΣΥ: Κρύο, όχι μπούζι. Αν πας, μετά από δέκα χρόνια να του κάνεις κάτι, θα είσαι εκτός κλίματος.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Όχι και δέκα χρόνια! Είπαμε. Θέλω να τον πιάσω στον ύπνο, αλλά όχι στον αιώνιο.
ΣΙΣΣΥ: Κι αν κοιμάται ακόμα μαζί με τη Νίνα;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Θα την περιποιηθώ κι αυτήν, όπως της αρμόζει. Η πανούργα. Εκείνη με κάρφωσε με το πέτσινο. Ήξερε πως είναι δικό μου! Αυτά που θα της κάνω εγώ, θα την πονέσουν πολύ περισσότερο κι από το χαστούκι της αδερφής σου. Κανονικά σε αυτό το σημείο, θα έπρεπε να γελάσω δυνατά και σαρκαστικά σαν τον Τζόκερ, αλλά δε μου βγαίνει.
ΣΙΣΣΥ: Να σε ντουμπλάρω με την από κάτω μας;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Την έχεις ηχογραφήσει;
ΣΙΣΣΥ: Ναι, την έκανα και ringtone.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Μη χειρότερα! Έλα να σου πω.
ΣΙΣΣΥ: Να μπω μέσα στ’ ακουστικό; Πού να έρθω, χρυσέ μου;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Ακολούθησα τη συνταγή της μαμάς σου για γαλακτομπούρεκο!
ΣΙΣΣΥ: Ιησούς Χριστός. Δεν είχες να διορθώσεις καμιά έκθεση;
ΜΑΞΙΜΟΣ:
Να τις ξαναγράψω, θέλεις να πεις. Αυτά τα παιδιά μισούν τα γαλλικά. Και εγώ μαζί τους, αλλά δεν πρέπει να τα ενθαρρύνω. Τέλος πάντων! Να σου φέρω λίγο να δεις;
ΣΙΣΣΥ: Πού ξέρω εγώ γαλλικά;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Όχι τις εκθέσεις. Λίγο γαλακτομπούρεκο, σου λέω. Να δοκιμάσεις και να μου πεις αν το πέτυχα.
ΣΙΣΣΥ: Επειδή με διακατέχει μια ειλικρίνεια, σου λέω καθαρά ότι φοβάμαι.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Γιατί βρε Σίσσυ μου; Έκανα ό,τι μου γράψατε. Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο. Αν και δε σου κρύβω, πως την ώρα που ψήθηκε, σκεφτόμουν να του βάλω από πάνω λίγη κανέλα που θα του ταίριαζε, παρόλο που εσύ δεν το είχες σημειώσει.
ΣΙΣΣΥ: Κανέλα βάζουν στη μπουγάτσα. Παρεμφερές είναι και αυτό, αλλά μην τα συγχέεις.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Γιατί; Θα ήταν πρωτότυπο!
ΣΙΣΣΥ: Πράγματι! Πρωτότυπος τρόπος να πάθεις δηλητηρίαση.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Με προσβάλλεις!
ΣΙΣΣΥ: Άντε καλά! Φέρε μας δυο-τρία κομματάκια να βάλω τον αδερφό μου να δοκιμάσει.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Κι αν πραγματικά δεν το έχω πετύχει, δεν φοβάσαι μην πάθει τίποτα;
ΣΙΣΣΥ: Όχι καλέ, αυτός σαβουριάζει τα πάντα. Έχει πάθει ανοσία.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Και γιατί μου έγραψες να βάλω τέσσερα αυγά πάνω στο τραπέζι, ενώ η συνταγή ήθελε δύο;
ΣΙΣΣΥ: Γιατί το ένα σου πέφτει πάντα κάτω!
ΜΑΞΙΜΟΣ: Όντως! Ξέρεις πώς φεύγει η αβγουλίλα απ’ το πάτωμα;
ΣΙΣΣΥ: Να τα.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Για μισό λεπτό! Μου φαίνεται πως ακούω κάτι να στάζει!
ΣΙΣΣΥ: Μπα! Τις έχουμε κλείσει όλες τις βρύσες.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Όχι εκεί, παιδί μου. Τι αυτί έχω; Για εδώ λέω. Λες να μην έχω κλείσει καλά τη βρύση της κουζίνας; Κάτσε να δω!
ΣΙΣΣΥ: Ναι περιμένω!

Ο ΜΑΞΙΜΟΣ ΠΗΓΑΙΝΕΙ ΣΤΗΝ ΚΟΥΖΙΝΑ, ΕΛΕΓΧΕΙ ΤΗ ΒΡΥΣΗ ΚΑΙ ΑΜΕΣΩΣ ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙ ΣΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Έλα! Μια χαρά είναι! Τα έχω όλα στην εντέλεια. Λάμπει η κουζίνα μου, λάμπει!
ΣΙΣΣΥ: Να χαρώ εγώ νοικοκυρούλα!
ΜΑΞΙΜΟΣ: Merci! Κι όμως, εγώ κάτι ακούω!
ΣΙΣΣΥ: Η Jeanne d’ Arc είσαι;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Η Jeanne d’ Arc άκουγε φωνές, εγώ ακούω σταγόνες. Για περίμενε πάλι, γιατί είμαι σίγουρος ότι έρχεται από την κουζίνα.
ΣΙΣΣΥ: Τελείωνε! Έχω και μια πτυχιακή να συνεχίσω!

Ο ΜΑΞΙΜΟΣ ΠΗΓΑΙΝΕΙ ΞΑΝΑ ΣΤΗΝ ΚΟΥΖΙΝΑ, ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΤΟΝ ΘΟΡΥΒΟ ΚΑΙ ΑΥΤΟΣ ΤΟΝ ΟΔΗΓΕΙ ΣΤΟ ΝΤΟΥΛΑΠΙ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΝΕΡΟΧΥΤΗ. ΦΥΣΙΚΑ ΚΑΙ ΧΩΡΙΣ ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΚΕΨΗ, ΤΟ ΑΝΟΙΓΕΙ ΚΑΙ ΞΑΦΝΙΚΑ ΒΓΑΙΝΕΙ ΑΠΟ ΜΕΣΑ ΟΛΟΣ Ο ΣΗΚΟΥΑΝΑΣ.

ΜΑΞΙΜΟΣ:
Χριστέ μου! Πλημμύρισα!

Ο ΜΑΞΙΜΟΣ ΤΡΕΧΕΙ ΣΑΝ ΠΑΛΑΒΟΣ ΣΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ.

ΣΙΣΣΥ: Έλα! Τι έγινε!
ΜΑΞΙΜΟΣ: Au mon Dieu! Quelle catastrophe!
ΣΙΣΣΥ: Quoi?
ΜΑΞΙΜΟΣ: Έσπασε ένας σωλήνας κάτω από το νεροχύτη και όλη η κουζίνα έχει μετατραπεί σε Σηκουάνα. Σώσε με!
ΣΙΣΣΥ: Τι να κάνω; Να έρθω να σφουγγαρίσω;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Γνωρίζετε κανέναν υδραυλικό;
ΣΙΣΣΥ: Μπα! Δυστυχώς λείπουν όλοι και δε μπορώ να σε βοηθήσω!
ΜΑΞΙΜΟΣ: Θα τρελαθώ!
ΣΙΣΣΥ: Η μαμά σου;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Τι να κάνει η Χριστιανή απ’ την Αθήνα; Αν της το πω κιόλας, θα την αναστατώσω!
ΣΙΣΣΥ: Το βρήκα! Η Λία, δεν μας έχει πει πως έχει έναν μικρότερο ξάδερφο υδραυλικό;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Ναι! Έχεις δίκιο! Την καλή αμέσως! Φιλιά!
ΣΙΣΣΥ: Φιλιά! (λέει και κλείνει το τηλέφωνο). Τον καημένο!
ΑΧΙΛΛΕΑΣ: Τι έπαθε;
ΣΙΣΣΥ: Πήρε ο κώλος του νερά!!!

Ο ΜΑΞΙΜΟΣ ΚΑΛΕΙ ΧΩΡΙΣ ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΚΕΨΗ ΤΗ ΛΙΑ, ΑΛΛΑ ΔΥΣΤΥΧΩΣ, ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ ΤΗΣ ΔΕΙΧΝΕΙ ΟΤΙ ΜΙΛΑΕΙ.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Δεν το πιστεύω! Πού μιλάει τώρα κι αυτή;

ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ, Η ΛΙΑ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΗ ΜΑΜΑ ΤΗΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΔΕΡΦΗ ΤΗΣ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΣΤΑ ΜΑΓΑΖΙΑ. ΑΛΛΑ ΕΚΕΙΝΗ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙ ΝΑ ΒΡΕΙ ΣΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ ΤΗ ΖΕΤΑ. ΚΑΛΕΙ ΑΠ’ ΤΟ ΚΙΝΗΤΟ ΤΗΣ.

Η ΖΕΤΑ ΤΡΕΧΕΙ ΑΚΟΜΑ, ΕΧΟΝΤΑΣ ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΘΕΙ ΑΡΚΕΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ. ΕΧΕΙ ΣΤΑ ΑΥΤΙΑ ΤΗΣ ΤΟ ΜP3 ΣΤΟ ΦΟΥΛ ΚΑΙ ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙ ΤΙΠΟΤΑ. ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ ΑΚΟΥΕΙ ΤΟ SAY IT RIGHT ΤΗΣ NELLY FURTADO ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΤΗΣ. ΚΑΠΟΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΑΝΤΙΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ ΟΤΙ ΧΤΥΠΑΕΙ ΤΟ ΚΙΝΗΤΟ ΤΗΣ, ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΑΠΟ ΤΗ ΔΟΝΗΣΗ. ΣΤΑΜΑΤΑΕΙ,. ΒΓΑΖΕΙ ΤΑ ΑΚΟΥΣΤΙΚΑ ΑΠΟ ΤΑ ΑΥΤΙΑ ΤΗΣ ΚΑΙ ΑΠΑΝΤΑΕΙ.

ΖΕΤΑ: Ναι! ( λέει λαχανιασμένη)
ΛΙΑ: Λαχανιασμένη σ’ ακούω! Σεξ έκανες; (ενθουσιασμένη).
ΖΕΤΑ: Πώς, καλέ; Μόνη μου;
ΛΙΑ: Γιατί, δε γίνεται;
ΖΕΤΑ: Έχω βγει για τρέξιμο και το έχω πάρει ζεστά το πράγμα.
ΛΙΑ: Για τρέξιμο; Γιατί;
ΖΕΤΑ: Βαριόμουν!
ΛΙΑ: Τηλεόραση δεν έχετε; Έπρεπε να πάρεις τους δρόμους;
ΖΕΤΑ: Βαριόμουν να κάτσω στο σπίτι! Με έπαιρνες και πριν; Δεν το άκουγα!
ΛΙΑ: Ήθελα να σιγουρέψουμε ότι θα έρθεις το μεσημεράκι να με βάψεις για το γάμο.
ΖΕΤΑ: Σήμερα είναι; Δεν το θυμόμουν καθόλου!
ΛΙΑ: Μάλλον κάποια δεν έχει αποβάλει ακόμα απ’ το μυαλό της τις άσχημες στιγμές του παρελθόντος.
ΖΕΤΑ: Έλα βλακείες. Μια χαρά είμαι! Εσύ, πού είσαι τώρα;
ΛΙΑ: Με τη μαμά μου και την αδερφή μου για ψώνια. Δε μπορείς να φανταστείς τι γίνεται εδώ πέρα!!!

Η ΛΙΑ ΠΗΓΑΙΝΕΙ ΜΕ ΤΟ ΧΕΡΙ ΤΗΣ ΛΙΓΑΚΙ ΠΙΟ ΜΑΚΡΙΑ ΤΟ ΚΙΝΗΤΟ, ΓΙΑ ΝΑ ΑΚΟΥΣΕΙ ΚΑΙ Η ΖΕΤΑ ΜΕ ΤΑ ΑΥΤΙΑ ΤΗΣ ΤΙ ΠΑΝΙΚΟΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΜΑΓΑΖΙ.

ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ: Κυρία Φωτιάδη, θα πάρετε επιτέλους κάτι; Έχουμε κατεβάσει όλο το μαγαζί.
ΕΥΤΥΧΙΑ: Αφού βρε παλικάρι μου, δεν έχεις τίποτα καλό για γάμο. Όλα αυτά είναι κατάλληλα μόνο για το κρεβάτι.
ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ: Το κρεβάτι του γάμου;
ΕΥΤΥΧΙΑ: Το κρεβάτι του σπιτιού μας. Γιατί με νυχτικά μοιάζουν.
ΕΙΡΗΝΗ: Μαμά, εγώ μπορώ να πάρω το άσπρο με το φουρό;
ΕΥΤΥΧΙΑ: Όχι, γλυκιά μου! Οι άνθρωποι έχουν παραγγείλει μπομπονιέρες .

Η ΖΕΤΑ ΕΧΕΙ ΣΚΑΣΕΙ ΣΤΑ ΓΕΛΙΑ.

ΖΕΤΑ: Η μαμά σου είναι απίστευτη!
ΛΙΑ: Τι ακούω; Γελάς ξανά; Αυτό είναι απίστευτο!
ΖΕΤΑ: Έλα, μην αρχίζεις πάλι!
ΛΙΑ: Καλά, θα τα πούμε σε λίγο! Να μου πεις τη γνώμη σου και για το φόρεμα μου!
ΖΕΤΑ: Ok! Φιλάκια πολλά!

Ο ΜΑΞΙΜΟΣ ΕΧΕΙ ΑΝΟΙΞΕΙ ΕΝΑΝ ΚΑΤΑΛΟΓΟ ΚΑΙ ΨΑΧΝΕΙ ΓΙΑ ΥΔΡΑΥΛΙΚΟ.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Δε γίνεται! Θα πάρω ένα στην τύχη, αλλιώς με βλέπω να βουλιάζω σε λίγο! (σηκώνει το ακουστικό και καλεί έναν αριθμό). Ναι, καλημέρα! Σας παρακαλώ πολύ, χρειάζομαι άμεσα έναν υδραυλικό γιατί έχει σπάσει ένας σωλήνας στην κουζίνα και είναι τραγική η κατάσταση. Σε μία ώρα; Μα τι μου λέτε, κύριε μου; Λίγο ακόμα και θα κυκλοφορώ με σχεδία. Κάντε κάτι, σας παρακαλώ! Ναι, περιμένω! (περιμένει λίγα δευτερόλεπτα στο ακουστικό). Ναι, σας ακούω. Στον Άγιο Παντελεήμονα μένω, Επικρατείου 20. Θα έρθει ένα παλικάρι από Γαλησσά που είναι σε άλλη δουλειά; Σας ευχαριστώ πάρα πολύ! Ειλικρινά με σώζετε. Πείτε του πως θα είμαι στο μπαλκόνι για να τον δω και να του ανοίξω, γιατί το κουδούνι μου έχει χαλάσει. Εντάξει; Τον περιμένω!

Η ΖΕΤΑ ΣΤΑΜΑΤΑΕΙ ΤΟ ΤΡΕΞΙΜΟ ΓΙΑΤΙ ΝΙΩΘΕΙ ΟΤΙ ΚΟΥΡΑΣΤΗΚΕ. ΚΟΙΤΑΖΕΙ ΤΟ ΔΡΟΜΟ ΠΙΣΩ ΤΗΣ ΚΑΙ ΒΛΕΠΕΙ ΟΤΙ ΘΑ ΤΗΣ ΠΑΡΕΙ ΠΟΛΛΗ ΩΡΑ ΝΑ ΓΥΡΙΣΕΙ ΠΙΣΩ. ΚΑΘΕΤΑΙ ΠΑΝΩ ΣΕ ΜΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΜΙΚΡΕΣ ΚΑΙ ΛΕΠΤΕΣ ΑΣΠΡΕΣ ΚΟΛΩΝΕΣ ΠΟΥ ΒΑΖΟΥΝ ΣΤΙΣ ΑΚΡΕΣ ΤΩΝ ΔΡΟΜΩΝ ΓΙΑ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΞΑΠΟΣΤΑΣΕΙ. ΑΚΟΥΓΕΤΑΙ ΑΠΟ ΜΑΚΡΙΑ Ο ΗΧΟΣ ΜΙΑΣ ΜΗΧΑΝΗΣ ΠΟΥ ΜΟΛΙΣ ΜΠΗΚΕ ΣΤΟ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟ ΔΡΟΜΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΘΑ ΠΕΡΑΣΕΙ ΑΠΟ ΜΠΡΟΣΤΑ ΤΗΣ. ΕΚΕΙΝΗ ΑΚΡΙΒΩΣ ΤΗΝ ΩΡΑ, ΠΙΑΝΕΙ ΕΝΑ ΞΑΦΝΙΚΟ ΜΠΟΥΡΙΝΙ ΚΑΙ Η ΖΕΤΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΛΟΥΤΣΑ. 

ΖΕΤΑ: Δεν είναι δυνατόν! Όλα σε μένα συμβαίνουν! Τι γκαντέμω που είμαι! (λέει και τη στιγμή που πάει να σηκωθεί για να φύγει, παραπατάει και πέφτει με την όπισθεν, από κάτω, σε ένα χωράφι. Τέσσερα μέτρα ύψος μες το νερό). Ααα! Ααα!!!

Η ΜΗΧΑΝΗ ΠΟΥ ΠΕΡΝΑΕΙ ΑΠΟ ΚΕΙΝΟ ΤΟ ΣΗΜΕΙΟ, ΒΛΕΠΕΙ ΤΗ ΖΕΤΑ ΝΑ ΓΚΡΕΜΟΤΣΑΚΙΖΕΤΑΙ ΚΑΙ ΣΤΑΜΑΤΑΕΙ ΑΜΕΣΩΣ. ΚΑΤΕΒΑΙΝΕΙ ΑΠΟ ΠΑΝΩ ΕΝΑ ΠΑΛΙΚΑΡΙ, ΒΓΑΖΕΙ ΤΟ ΚΡΑΝΟΣ ΤΟΥ, ΤΟ ΠΕΤΑΕΙ ΚΑΤΩ ΚΑΙ ΠΗΔΑΕΙ ΑΜΕΣΩΣ ΣΤΟ ΧΩΡΑΦΙ ΓΙΑ ΝΑ ΤΗ ΒΟΗΘΗΣΕΙ.
Η ΖΕΤΑ ΕΙΝΑΙ ΠΕΣΜΕΝΗ ΑΝΑΣΚΕΛΑ ΚΑΙ ΕΧΕΙ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΚΛΕΙΣΤΑ. ΕΥΤΥΧΩΣ ΕΠΕΣΕ ΣΤΑ ΜΑΛΑΚΑ ΚΑΙ ΜΕ ΤΡΟΠΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΧΤΥΠΗΣΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΗΣ. ΛΙΓΟ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΤΗΣ.
Ο ΝΕΑΡΟΣ ΠΗΓΑΙΝΕΙ ΑΠΟ ΠΑΝΩ ΤΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙ ΝΑ ΤΗ ΒΟΗΘΗΣΕΙ ΩΣΤΕ ΝΑ ΞΑΝΑΒΡΕΙ ΤΙΣ ΑΙΣΘΗΣΕΙΣ ΤΗΣ.

ΝΕΑΡΟΣ: Δεσποινίς! Δεσποινίς, είστε καλά; Μιλήστε μου! Μπορείτε να ανοίξετε τα μάτια σας; Δεσποινίς!

ΖΕΤΑ (αφήγηση):
Ξέρω τι σκέφτεστε! Ότι είμαι ηλίθια! Δεν έχετε άδικο! Κάποια στιγμή, μου πέρασε κι εμένα αυτό από το μυαλό μου! Όμως, κάθισα και φιλοσόφησα κάποια πράγματα και τελικά κατέληξα σε αυτό που λένε οι περισσότεροι. Όλα, γίνονται για κάποιο λόγο! Ακόμα και οι γκάφες.

ΣΕ ΚΑΠΟΙΑ ΦΑΣΗ, Η ΖΕΤΑ ΑΝΟΙΓΕΙ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΒΛΕΠΕΙ ΑΠΟ ΠΑΝΩ ΤΗΣ. Ο ΝΕΑΡΟΣ ΧΑΙΡΕΤΑΙ.

ΝΕΑΡΟΣ: Ευτυχώς, έχετε τις αισθήσεις σας! Είστε καλά; Χτυπήσατε;

ΖΕΤΑ (αφήγηση):
Το ότι άνοιξα τα μάτια μου, δε σημαίνει απόλυτα πως εκείνη τη στιγμή είχα συναίσθηση του τόπου, του χρόνου και γενικότερα όλης της κατάστασης. Χάζευα αυτόν τον όμορφο νεαρό, με την  αγγελική μορφή, γιατί σαν φύλακας άγγελος εμφανίστηκε την κατάλληλη ώρα και νόμιζα πως ήμουν στο παράδεισο. Η μελωδική του φωνή, μου χάιδευε τρυφερά το αυτί. Είχα που είχα τη σκαγιά από πριν, μετά το πέσιμο και τη ζαλάδα που ακολούθησε, η κατάσταση επιδεινώθηκε. Τον κοιτούσα και νόμιζα πως ήταν άλλος. Μάλλον ήθελα να είναι κάποιος άλλος. Άρα δε μιλάμε για αίσθηση, ούτε για συναίσθηση. Αλλά, για παραίσθηση.

ΖΕΤΑ: Γιώργο, επιτέλους ήρθες!

ΖΕΤΑ (αφήγηση): Μόλις τώρα συνειδητοποιώ γιατί κάποιοι μου λένε ότι είμαι για τα μπάζα!

ΖΕΤΑ:
Μου έλειψες πάρα πολύ! (λέει και αμέσως, βουτάει τον άγνωστο νεαρό και τον φιλάει).

ΖΕΤΑ (αφήγηση):
Μπράβο! Είσαι η καλύτερη μαλάκω!

Ο ΝΕΑΡΟΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΔΕΙΧΝΕΙ ΟΤΙ ΑΠΟΛΑΜΒΑΝΕΙ ΤΟ ΦΙΛΙ, ΑΛΛΑ ΕΧΕΙ ΜΕΙΝΕΙ ΕΚΠΛΗΚΤΟΣ. ΔΕΝ ΤΟ ΠΕΡΙΜΕΝΕ ΚΑΘΟΛΟΥ. ΞΑΦΝΙΚΑ, Η ΒΡΟΧΗ ΣΤΑΜΑΤΑΕΙ ΚΑΙ ΔΙΑ ΜΑΓΕΙΑΣ ΒΓΑΙΝΕΙ Ο ΗΛΙΟΣ. ΟΤΑΝ ΤΟ ΦΙΛΙ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ ΚΑΙ Η ΖΕΤΑ ΕΧΕΙ ΑΚΟΜΑ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΗΣ ΠΟΛΥ ΚΟΝΤΑ ΣΤΟ ΔΙΚΟ ΤΟΥ, ΠΡΟΣΠΑΘΕΙ ΝΑ ΤΗΣ ΕΞΗΓΗΣΕΙ).

ΝΕΑΡΟΣ: Συγγνώμη που παίρνω το θάρρος, αλλά κάνεις κάποιο λάθος. Δεν είμαι ο Γιώργος.
ΖΕΤΑ: Δεν είσαι;
ΝΕΑΡΟΣ: Όχι!

ΤΟΝ ΠΑΡΑΤΗΡΕΙ ΚΑΛΑ ΚΑΙ ΟΤΑΝ ΑΝΤΙΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ ΟΤΙ Η ΘΟΛΟΥΡΑ ΤΗΣ ΤΗΝ ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΣΕ, ΠΑΝΙΚΟΒΑΛΛΕΤΑΙ.

ΖΕΤΑ: Χριστέ μου, δεν είσαι! Μόλις φίλησα έναν ξένο! Θέλω να ανοίξει η γη να με καταπιεί!
ΝΕΑΡΟΣ: Δεν υπάρχει πρόβλημα. Καταλαβαίνω ότι το σοκ μετά το πέσιμο προκαλεί κάποια σύγχυση. Δεν ήταν και λίγο!
ΖΕΤΑ: Ναι, αλλά εγώ πέφτω και συχνά. Φαντάσου, κάθε φορά να φιλάω όποιον με μαζεύει. Κουδούνια θα μου κρεμάσουν. (προσπαθεί να σηκωθεί με δυσκολία). Αχ!
ΝΕΑΡΟΣ: Είσαι καλά; Πονάς; Θέλεις να σε πάω στο νοσοκομείο;
ΖΕΤΑ: Τι να κάνω εκεί; Όχι, θα γυρίσω σπίτι μου, γιατί λείπω πολλές ώρες και θα με ψάχνουν. Μου κάνεις άλλη μια χάρη;
ΝΕΑΡΟΣ: Ό, τι θέλεις!
ΖΕΤΑ: Επειδή πονάει λίγο το δεξί μου πόδι, μήπως μπορείς να με ανεβάσεις μέχρι πάνω; Αν με αντέχεις δηλαδή, γιατί μη με βλέπεις έτσι, είμαι βαρυκόκαλη.
ΝΕΑΡΟΣ: Μια χαρά είσαι! Έλα εδώ!

ΤΗΝ ΠΙΑΝΕΙ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΟΥ, ΣΑ ΝΑ ΕΙΝΑΙ Η ΝΥΦΗ ΚΑΙ ΕΚΕΙΝΟΣ Ο ΓΑΜΠΡΟΣ ΚΑΙ ΑΝΕΒΑΙΝΟΥΝ ΜΑΖΙ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ, ΑΠΟ ΤΟ ΜΟΝΟΠΑΤΑΚΙ, ΑΠ’ ΤΟ ΟΠΟΙΟ Ο ΙΔΙΟΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΣ ΚΑΤΕΒΗΚΕ. ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΑΦΗΣΕΙ ΚΑΤΩ, Ο ΕΝΑΣ ΚΟΙΤΑΖΕΙ ΤΟΝ ΑΛΛΟΝ ΒΑΘΙΑ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ.

ΖΕΤΑ: Εντάξει είμαι, σε ευχαριστώ πολύ!
ΝΕΑΡΟΣ: Ναι φυσικά! (συνέρχεται και την αφήνει κάτω). Μπορείς να προχωρήσεις μέχρι το σπίτι σου;
ΖΕΤΑ: Θα μπορέσω! Είμαι σκληρό καρύδι εγώ! Μη σε απασχολώ άλλο! Αρκετά έκανες για μένα! Αν δεν ήσουν εσύ, θα είχα μείνει εδώ να με φάνε τα κατσίκια.
ΝΕΑΡΟΣ: Σίγουρα;
ΖΕΤΑ: Ναι, υπάρχουν πολλά κοπάδια.
ΝΕΑΡΟΣ: Όχι, σίγουρα μπορείς να γυρίσεις μόνη;
ΖΕΤΑ: Ναι, παιδάκια είμαστε; Σε ευχαριστώ πάρα πολύ! Γεια σου!
ΝΕΑΡΟΣ: Γεια σου! (της λέει και μένει να την κοιτάζει προσηλωμένος).

ΕΚΕΙΝΗ ΤΟΥ ΓΥΡΙΖΕΙ ΤΗΝ ΠΛΑΤΗ ΚΑΙ ΚΑΝΕΙ ΔΥΟ ΒΗΜΑΤΑ ΜΠΡΟΣΤΑ, ΑΛΛΑ ΤΟ ΠΟΔΙ ΤΗΣ ΔΕΝ ΤΗΝ ΚΡΑΤΑΕΙ ΚΑΙ ΠΟΛΥ ΚΑΙ ΠΑΡΑΛΙΓΟ ΠΑΛΙ ΝΑ ΠΕΣΕΙ.

ΝΕΑΡΟΣ: Μα εσύ κουτσαίνεις!
ΖΕΤΑ: Όχι, μια χαρά είμαι. Θέλεις να σου χορέψω breakdance να δεις;
ΝΕΑΡΟΣ: Δεν ακούω κουβέντα. Θα κάτσεις στη μηχανή και θα σε πάω. Εντάξει; (της λέει, κοιτάζοντας την στην αρχή σοβαρά και σκάζοντας της στη συνέχεια ένα γοητευτικό χαμόγελο).
ΖΕΤΑ: Εντάξει!

Ο ΝΕΑΡΟΣ ΚΑΘΕΤΑΙ ΣΤΟ ΤΙΜΟΝΙ, ΒΑΖΕΙ ΤΟ ΚΡΑΝΟΣ ΤΟΥ ΚΑΙ Η ΖΕΤΑ ΕΧΟΝΤΑΣ ΜΙΑΜΙΚΡΗ ΕΠΙΦΥΛΑΞΗ ΚΑΘΕΤΑΙ ΠΙΣΩ ΤΟΥ.

ΝΕΑΡΟΣ: Όλα καλά εκεί πίσω;
ΖΕΤΑ: Ναι!
ΝΕΑΡΟΣ: Τα χέρια σου πού είναι;
ΖΕΤΑ: Εδώ! Γιατί;
ΝΕΑΡΟΣ: Δεν τα νιώθω πάνω μου!
ΖΕΤΑ: Τι πράγμα;
ΝΕΑΡΟΣ: Κράτα με σφιχτά, μην φοβάσαι!
ΖΕΤΑ: Καλά είμαι κι έτσι.
ΖΕΤΑ: Ό,τι πεις!

ΚΑΙ ΜΟΛΙΣ Ο ΝΕΑΡΟΣ ΒΑΖΕΙ ΜΠΡΟΣ ΤΗ ΜΗΧΑΝΗ ΚΑΙ ΞΕΚΙΝΑΕΙ ΜΕ ΦΟΡΑ, Η ΖΕΤΑ ΑΥΘΟΡΜΗΤΑ ΤΟΝ ΓΡΑΠΩΝΕΙ ΚΑΝΟΝΙΚΑ ΚΑΙ ΔΕΝ ΤΟΝ ΑΦΗΝΕΙ ΜΕ ΤΙΠΟΤΑ.

ΖΕΤΑ: Θεέ μου, βοήθα!

ΕΧΟΝΤΑΣ ΦΤΑΣΕΙ ΚΟΝΤΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ, Η ΖΕΤΑ ΤΟΥ ΛΕΕΙ ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕΙ ΠΑΝΩ ΣΕ ΜΙΑ ΣΤΡΟΦΗ. ΑΠΌ ΚΕΙ, Η ΠΟΡΤΑ ΤΗΣ ΕΙΝΑΙ ΠΕΝΤΕ ΒΗΜΑΤΑ.

ΖΕΤΑ: Εδώ αν μπορείς!

Η ΖΕΤΑ ΚΑΤΕΒΑΙΝΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΜΗΧΑΝΑΚΙ ΚΙ ΕΚΕΙΝΟΣ ΒΓΑΖΕΙ ΤΟ ΚΡΑΝΟΣ ΓΙΑ ΝΑ ΤΗΝ ΧΑΙΡΕΤΗΣΕΙ.

ΖΕΤΑ: Και πάλι σου είμαι υπόχρεη!
ΝΕΑΡΟΣ: Μην το ξαναπείς! Εσύ να είσαι καλά! Να το δέσεις το πόδι σου, εντάξει;
ΖΕΤΑ: Θα το δέσω! Σε ευχαριστώ πολύ και για τη συμβουλή και για όλα!
ΝΕΑΡΟΣ: Τίποτα! Λοιπόν, θα τα ξαναπούμε! Καλό μεσημέρι!
ΖΕΤΑ: Επίσης!

Ο ΝΕΑΡΟΣ ΦΟΡΑΕΙ ΞΑΝΑ ΤΟ ΚΡΑΝΟΣ ΤΟΥ, ΠΑΤΑΕΙ ΓΚΑΖΙ ΚΑΙ ΦΕΥΓΕΙ. Η ΖΕΤΑ ΤΟΝ ΚΟΙΤΑΖΕΙ, ΤΗΣ ΒΓΑΙΝΕΙ ΑΥΘΟΡΜΗΤΑ ΕΝΑ ΧΑΜΟΓΕΛΟ, ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΞΑΦΝΙΚΑ ΤΗΣ ΚΟΒΕΤΑΙ.

ΖΕΤΑ: Ξέχασα να ρωτήσω το όνομα του! Καλά είμαι και πολύ γαϊδούρα!

ΖΕΤΑ (αφήγηση):
Όση ώρα μου συνέβαιναν εμένα αυτά τα χαριτωμένα, ο Μάξιμος έβραζε στο ζουμί του. Ο υδραυλικός δεν είχε φανεί ακόμη και το νερό από το σπασμένο σωλήνα συνέχιζε να τρέχει σαν τον Κεντέρη. Γρήγορα και ορμητικά. Κάθε δέκα δευτερόλεπτα, έβγαινε στο μπαλκόνι μήπως και περίμενε το παλικάρι κάτω όπως είχαν συμφωνήσει, αλλά τίποτα. Απελπισμένος, σωριάζεται σε μια καρέκλα, σίγουρος πλέον, ότι θα πιάσει πάτο. Ώσπου κάποια στιγμή, πριν τα βάψει όλα μαύρα, συμβαίνει κάτι το απρόσμενο.

ΞΑΦΝΙΚΑ ΑΚΟΥΓΕΤΑΙ ΕΝΑ ΔΥΝΑΤΟ «ΑΟΥΤΣ» ΚΑΙ ΠΟΛΛΕΣ ΦΩΝΕΣ ΠΟΥ ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΣΠΙΤΙ. Ο ΜΑΞΙΜΟΣ ΤΑ ΑΚΟΥΕΙ ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΚΑΙ ΒΓΑΙΝΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙ ΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ.
ΣΤΟ ΔΙΠΛΑΝΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ, ΕΙΝΑΙ Η ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΑ ΤΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ, Η ΟΠΟΙΑ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΠΩΣ ΑΥΤΗ ΠΡΟΚΑΛΕΣΕ ΚΑΠΟΙΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ.

ΚΥΡΑ ΧΡΥΣΟΥΛΑ: Παναγία μου! Τι έκανα η κακούργα!
ΜΑΞΙΜΟΣ: Τι έγινε κυρα-Χρυσούλα; Μου κόψατε την χολή.
ΚΥΡΑ-ΧΡΥΣΟΥΛΑ: Αχ Μάξιμε παιδί μου, τι έκανα η τρελή; Παραλίγο να το σκοτώσω το παλικάρι.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Ποιο παλικάρι; (λέει και σκύβει να δει σε ποιον αναφέρεται).

Ο ΝΕΑΡΟΣ ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΑΠΟ ΚΑΤΩ, ΕΙΝΑΙ Ο ΙΔΙΟΣ ΠΟΥ ΜΑΖΕΨΕ ΤΗ ΖΕΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΑΦΙ.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Αυτό το παλικάρι! Ποιος είναι; Τον ξέρετε;
ΝΕΑΡΟΣ: Είμαι ο υδραυλικός!

Ο ΝΕΑΡΟΣ ΠΟΥ ΜΑΖΕΨΕ ΤΗ ΖΕΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΑΦΙ, ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ Ο ΥΔΡΑΥΛΙΚΟΣ ΠΟΥ ΚΑΛΕΣΕ Ο ΜΑΞΙΜΟΣ.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Ο υδραυλικός; Ήρθε επιτέλους;
ΚΥΡΑ- ΧΡΥΣΟΥΛΑ: Ήρθε ο καψερός και τον μισέρωσα (τον σακάτεψα)!
ΝΕΑΡΟΣ: Όχι δεν έγινε τίποτα! Μην ανησυχείς, θεία!
ΚΥΡΑ- ΧΡΥΣΟΥΛΑ: Θειάφι, βρε! Άκου θεία!
ΜΑΞΙΜΟΣ: Θα μου εξηγήσετε σύντομα τι συνέβη, γιατί μέσα γίνεται του Τιτανικού;
ΚΥΡΑ-ΧΡΥΣΟΥΛΑ: Καθάριζα το θυμιατήρι μου με καυτό νερό και επειδή δεν ήθελα να το χύσω στην τουαλέτα, το έριξα απ’ το μπαλκόνι.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Χριστέ μου! (λέει και πιάνει το κεφάλι του απ’ την ταραχή). Κυρα- Χρυσούλα μου έκαψες τον υδραυλικό; Πας καλά;
ΚΥΡΑ-ΧΡΥΣΟΥΛΑ: Δεν το θελα η συφοριασμένη, συγχωρήστε με!
ΝΕΑΡΟΣ: Δεν έγινε τίποτα!
ΜΑΞΙΜΟΣ: Κόλλησε η βελόνα. Τι δεν έγινε τίποτα, μωρέ; Η γυναίκα είναι εγκληματίας. Παραλίγο να σου βγάλει το πετσί.
ΚΥΡΑ-ΧΡΥΣΟΥΛΑ: Δεν ήθελα να το πετάξω στην τουαλέτα για να μην τρυπήσει ο σωλήνας της αποχέτευσης.
ΝΕΑΡΟΣ: Δεν θα πάθαινε τίποτα ο σωλήνας.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Ορίστε, σας τα λέει και ο επαγγελματίας. Καλά, είστε σοβαρή; Θέλετε να σας βγάλει ο Ευαγγελάτος στις ειδήσεις σαν τον άλλον που έκαψε το σκύλο και τώρα τον ψάχνει η φιλοζωική;
ΝΕΑΡΟΣ: Πραγματικά, δεν πονάει πολύ!
ΚΥΡΑ-ΧΡΥΣΟΥΛΑ: Τι να κάνω τώρα; Να γίνω χίλια κομμάτια;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Και δυο τρία μας φτάνουν. Έλα τώρα μέσα, γιατί χανόμαστε!

ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ, ΕΠΙΚΡΑΤΕΙ Ο ΠΑΝΙΚΟΣ. ΕΚΕΙΝΟΣ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΥΖΙΝΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ, Ο ΝΕΑΡΟΣ ΥΔΡΑΥΛΙΚΟΣ ΕΧΟΝΤΑΣ ΒΓΑΛΕΙ ΤΗ ΜΠΛΟΥΖΑ ΤΟΥ ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΕΓΚΑΥΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΥΤΟ ΝΕΡΟ ΤΟΝ ΠΟΝΑΕΙ, ΚΟΛΥΜΠΑΕΙ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΝΕΡΑ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟ ΝΕΡΟΧΥΤΗ ΚΑΙ ΜΕΣΑ ΣΕ ΟΛΑ ΚΑΙ Η ΚΥΡΑ-ΧΡΥΣΟΥΛΑ, ΝΑ ΤΟΝ ΚΥΝΗΓΑΕΙ ΑΠΟ ΠΙΣΩ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟΥ ΒΑΛΕΙ NIVEA ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΗ.

ΝΕΑΡΟΣ: Μην αγχώνεσαι! Διορθώνεται το πρόβλημα! Θα αλλάξουμε σωλήνα! Απλά, έκλεισα το γενικό του νερού, για να μην τρέχει άλλο.
ΚΥΡΑ-ΧΡΥΣΟΥΛΑ: Μην κουνιέσαι παλικάρι μου, να σου βάλω την κρέμα.
ΝΕΑΡΟΣ: Μα σας είπα, είμαι μια χαρά, δεν χρειάζεται!
ΜΑΞΙΜΟΣ: Αφήστε τον καλέ Κυρα-Χρυσούλα. Αφού σας λέει το παλικάρι, δεν χρειάζεται.
ΝΕΑΡΟΣ: Μα του έκανα μεγάλο σημάδι.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Ναι εντάξει, αλλά αφήστε τον μήπως και ζήσει.
ΚΥΡΑ- ΧΡΥΣΟΥΛΑ: Καλά, φεύγω! Θα ξανάρθω σε λίγο!
ΜΑΞΙΜΟΣ: Μη σας χάσουμε!
ΚΥΡΑ-ΧΡΥΣΟΥΛΑ: Αντίο παλικάρι μου και συγγνώμη!
ΝΕΑΡΟΣ: Γεια σας!
ΜΑΞΙΜΟΣ: Γεια σας! Γεια σας!

Ο ΜΑΞΙΜΟΣ ΤΗΣ ΑΝΟΙΓΕΙ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ, ΕΚΕΙΝΗ ΒΓΑΙΝΕΙ ΚΡΑΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΚΡΕΜΑ ΚΑΙ ΠΡΙΝ ΠΡΟΛΑΒΕΙ ΝΑ ΒΓΕΙ ΤΗΝ ΚΛΕΙΝΕΙ.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Τι ενοχλητική γυναίκα!
ΝΕΑΡΟΣ:Με συγχωρείς που παίρνω το θάρρος, αλλά πώς την αντέχεις;

ΜΑΞΙΜΟΣ:
Δεν την αντέχω. Την έχει βάλει η μαμά μου να με ελέγχει και μου ανάβει τα λαμπάκια.
ΝΕΑΡΟΣ: Σε καταλαβαίνω!
ΜΑΞΙΜΟΣ: Ειλικρινά όμως, σε σακάτεψε! Κοίτα σημάδι που σου άφησε, πολύ μεγάλο! Μπορώ να κάνω κάτι;
ΝΕΑΡΟΣ: Όχι εντάξει, ευχαριστώ! Όταν σχολάσω, θα το φροντίσω στο σπίτι!

Ο ΝΕΑΡΟΣ ΣΤΑΜΑΤΑΕΙ ΓΙΑ ΛΙΓΟ ΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ, ΠΙΑΝΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙ ΤΟ ΓΑΛΑΚΤΟΜΠΟΥΡΕΚΟ ΠΟΥ ΤΟΥ ΕΒΑΛΕ Ο ΜΑΞΙΜΟΣ ΣΕ ΕΝΑ ΠΙΑΤΑΚΙ ΚΑΙ ΤΡΩΕΙ.

ΝΕΑΡΟΣ: Το γαλακτομούρεκο, το αγόρασες από κάπου;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Όχι, μόνος μου το έφτιαξα.
ΝΕΑΡΟΣ: Σοβαρά μιλάς; Γεια στα χέρια σου! Είναι πολύ νόστιμο!
ΜΑΞΙΜΟΣ: Αλήθεια; Μήπως γίνεται να τηλεφωνήσω σε κάποιον και να του πεις ακριβώς το ίδιο; (τον ρωτάει με αγωνία στο βλέμμα και ο νεαρός υδραυλικός τον κοιτάζει με απορία).

ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ ΛΙΑΣ, ΕΧΕΙ ΚΑΤΑΦΤΑΣΕΙ Ο ΚΟΜΜΩΤΗΣ.  ΗΔΗ ΕΧΕΙ ΒΑΛΕΙ ΚΑΤΩ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ ΣΕ ΜΙΑ ΚΑΡΕΚΛΑ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΚΑΙ ΕΤΟΙΜΑΖΕΤΑΙ ΝΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΠΟΙΗΘΕΙ.

ΚΟΜΜΩΤΗΣ: Λοιπόν Ειρηνάκι, λέγε! Πώς θα ήθελες να κάνουμε αυτό το μαλλάκι;
ΕΙΡΗΝΗ: Δεν ξέρω, δεν έχω σκεφτεί!
ΚΟΜΜΩΤΗΣ: Τι πιστεύεις πως θα ήταν καλύτερο;
ΕΥΤΥΧΙΑ: Να το κόβαμε!
ΕΙΡΗΝΗ: Όχι, δεν θέλω, μου αρέσει έτσι όπως είναι.
ΕΥΤΥΧΙΑ: Μα πιάνει πολύ χώρο. Άσε που μαδάς εσύ, μαδάει και η γάτα, όλη τη μέρα με την ηλεκτρική στο χέρι είμαι, να μαζεύω τρίχες. (λέει και αισθάνεται τη γατούλα που έχουν, ανάμεσα στα πόδια της). Φύγε Μπουμπού, θα σε πατήσω.
ΚΟΜΜΩΤΗΣ: Εγώ θα κάνω ότι αρέσει στο Ειρηνάκι, γιατί δεν θέλω να με κυνηγάει μετά.
ΕΙΡΗΝΗ: Να πω την αλήθεια, κάποια στιγμή μου πέρασε από το μυαλό, να τα κάνουμε περμανάντ.
ΕΥΤΥΧΙΑ: Ο Χριστός κι η Παναγία! Όλο αυτό περμανάντ; Ξέχνα το! Τόσος κόσμος θα είναι στο γάμο, μη βγάλεις κανένα μάτι!

ΕΚΕΙΝΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ ΧΤΥΠΑΕΙ Η ΠΟΡΤΑ.

ΕΥΤΥΧΙΑ: Ναι, περάστε!

ΚΑΙ ΜΠΑΙΝΕΙ ΜΕΣΑ Ο ΜΑΞΙΜΟΣ, ΑΝΟΙΓΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΠΟΡΤΑ.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Γεια σας!
ΕΥΤΥΧΙΑ: Καλώς το παιδί!
ΕΙΡΗΝΗ: Γεια σου Μάξιμε!
ΜΑΞΙΜΟΣ: Πω πω, καλλωπισμοί. Ήμουν στη γιαγιά για φαγητό και πέρασα να δω τι κάνετε.
ΕΥΤΥΧΙΑ: Εδώ, ετοιμαζόμαστε!
ΜΑΞΙΜΟΣ: Πολύ ωραία! Άντε και στα δικά μας!
ΕΥΤΥΧΙΑ: Δεν το βλέπω άμεσα παιδί μου!
ΕΙΡΗΝΗ: Μα εσύ είσαι παντρεμένη με το μπαμπά.
ΕΥΤΥΧΙΑ: Για εκείνον και τη Λία, λέει Ειρήνη.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Μην μεμψιμοιρείτε! Όλα καλά θα πάνε και η Λία θα βρει έναν κούκλο και πλούσιο γαμπρό. Θα τη βοηθήσω και εγώ στο ψάξιμο.
ΕΥΤΥΧΙΑ: Και ο άλλος πλούσιος ήταν!
ΜΑΞΙΜΟΣ: Ναι, αλλά μαύρο χάλι! Δυστυχώς έτσι είναι σε αυτή τη ζωή. Ή το ένα θα έχουμε, ή το άλλο.
ΕΥΤΥΧΙΑ: Η Λία είναι πάνω στο δωμάτιο της, μαζί με τη Ζέτα! Ήρθε για να τη βάψει.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Ναι το ξέρω. Πάω να κάτσω για λίγο!
ΕΥΤΥΧΙΑ: Να πας πουλάκι μου!
ΜΑΞΙΜΟΣ: Πού να σας αφήσω αυτό; (λέει και δείχνει ένα πιάτο που κρατάει στα χέρια του).
ΕΥΤΥΧΙΑ: Τι είναι, Μάξιμε μου;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Λίγο σπιτικό γαλακτομπούρεκο! (λέει και της το δίνει).

ΕΥΤΥΧΙΑ:
Αχ σ’ ευχαριστούμε πάρα πολύ!

Ο ΜΑΞΙΜΟΣ ΧΑΙΡΕΤΑΙ ΠΟΛΥ ΜΕ ΤΗΝ ΕΝΘΟΥΣΙΑΣΜΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ.

ΕΥΤΥΧΙΑ: Ποιος το έφτιαξε;

ΤΟΥ ΦΕΥΓΕΙ Η ΧΑΡΑ.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Δοκιμάστε λίγο και θα σας πω μετά. Φιλάκια! (λέει και πηγαίνει στις σκάλες).
ΕΥΤΥΧΙΑ: Έγινε, καρδιά μου! Χρυσό παιδί, μάλαμα! Είναι μαζί με τη Λία από τόσα δα. Μαζί μεγάλωσαν και εγώ τον έχω σα γιο μου!
ΚΟΜΜΩΤΗΣ: Δηλαδή, είναι καλοί φίλοι.
ΕΥΤΥΧΙΑ: Καρδιακοί! Ξεψυχάνε ο ένας για τον άλλον! Κρίμα γαμώτο και θα ‘ταν ωραίο ζευγάρι! Χάσαμε το κελεπούρι!

ΤΕΛΟΣ Β΄ΜΕΡΟΥΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου