Σύμφωνα με τον Γάλλο φιλόσοφο Μισέλ Ντε Μοντέν, «η ισχυρογνωμοσύνη και η θερμοκεφαλιά είναι τα πιο σίγουρα κριτήρια της βλακείας»… διαπίστωση, που θα μπορούσε να κάνει και η Τζούλη Αγοράκη για να περιγράψει τον πεισματάρη Σκορπιό.
Η ψευδαίσθηση της παντογνωσίας
- αδερφάκι εξ’ αίματος με την παρεξηγήσιμη έννοια του αλάθητου- σκάβει πολλές
φορές μπροστά στα πόδια μας, βαθιές και σκοτεινές λακκούβες, τις οποίες δύσκολα
αποφεύγουμε. Η επιμονή και η στασιμότητα στην άγνοια είναι κακοί σύμβουλοι της
ανθρώπινης προσωπικότητας, που σκοπίμως την κρατούν δέσμια σε συνθήκες
Ανταρκτικής. Έξι μήνες νύχτα. Πώς θα ξαναδεί το φως της ημέρας; Δεν χρειάζεται
να περιμένει άλλο τόσο, ούτε να είναι ημερολογιακά εξαρτώμενη. Χρειάζεται να
αναθεωρήσει. Να ανακαλέσει. Να ανοίξει τους ορίζοντες της και να δεχτεί
επι-σκέψεις. Σκέψεις νέες, διαφορετικές, εναλλακτικές. Σκέψεις ξένες που
προσδοκούν να γίνουν δικές μας. Να τις υιοθετήσουμε. Να αποκτήσουν ένα νέο
σπιτικό… το μυαλό μας.
Προσκολλημένοι στην
προσωπική μας «τελειότητα» γινόμαστε εν δυνάμει ανάπηροι…. Τυφλοί. Δεν
ξεχωρίζουμε το παραπάνω σκαλοπάτι και σύντομα θα το δούμε από πολύ κοντά… όταν πλέον
θα έχουμε πέσει με τα μούτρα επάνω του. Η σύγχυση αυτή φυσικά προκαλείται,
καθώς υπάρχουν κρυμμένοι μηχανισμοί γύρω μας, οι οποίοι κοιμούνται. Όχι τον
ύπνο του δικαίου… Τον ύπνο του ηφαιστείου. Γνωρίζουμε ότι κάποια στιγμή θα
ανοίξουν τα μάτια τους, αλλά δεν το θέλουμε, ούτε το μελετάμε. Αυτά… μόνο η
Πρωτοψάλτη. Εάν όμως η δική μας ξεροκεφαλιά αποδειχθεί υπερβολικά θορυβώδης,
τότε δύσκολα θα αποφύγουμε τα ξυπνητούρια. Οι μηχανισμοί θα ενεργοποιηθούν και
θα λειτουργήσουν αντιστρόφως ανάλογα από αυτό που θα επιθυμούσαμε. Και φαντάζει
ακατόρθωτο να ανακόψεις μία αναζωπυρωμένη επανάσταση. Φωτεινό παράδειγμα οι
Τούρκοι. Όχι ο Ονούρ και ο Εζέλ…. Οι Τούρκοι του 1821. Πίεση, πίεση, πίεση….
μπάφιασαν οι Έλληνες. Ξέσπασαν, ξεσπάθωσαν, άφρισαν. Σαν ένα εκνευρισμένο
αναψυκτικό.
Τι πράγμα; Δεν εκνευρίζεται
το αναψυκτικό, γιατί είναι άψυχο; Οτιδήποτε υπάρχει σε αυτόν τον πλανήτη αποκτά
ψυχή από την κοντινότερη με την οποία θα έρθει σε επαφή. Η πέτρα μονάχη της δεν
θα σου ανοίξει το κεφάλι. Όταν στην πετάξω όμως εγώ με δύναμη-σα να ρίχνω νόμισμα
στην Φοντάνα ντι Τρέβι-θα σου ανοίξει σαν τριαντάφυλλο. Και μετά,
η μόνη ευχή που θα μπορώ να κάνω είναι να με αναλάβει ο Κούγιας, μήπως
και αθωωθώ.
Η «άψυχη»
εκδίκηση είναι αυτή που πονάει περισσότερο. Προσωπικά, την έχω γευτεί
επανειλημμένως. Έχει καεί η γούνα μου από δαύτην. Κι όμως… εξακολουθώ να πηγαίνω
γυρεύοντας, παίζοντας την Χουντάλα μου μπόμπα χαρακίρι.
Το σκηνικό
γνωστό και πολυσύχναστο. Το σούπερ-μάρκετ. Στο τέλος μιας ακόμη εξαντλητικής
ημέρας, οι σωματικές μου δυνάμεις απαιτούν συνοπτικές διαδικασίες. Συνεπώς,
αρχίζω να κατεβάζω ολόκληρα τα ράφια-όπως είναι- και να τα νανουρίζω στην
αγκαλιά μου μέχρι να φτάσω στο πολυπόθητο ταμείο.
«Γιατί δεν
παίρνετε καλαθάκι»;
«Γιατί ο
τεμπέλης είναι ένας νεκρός που, δυστυχώς, δεν μπορούμε να τον θάψουμε».
Αλλά εν πάση
περιπτώσει… ποιος κάνει τέτοια ώρα φιλοσοφική συζήτηση επάνω από τον
κατεψυγμένο μπακαλιάρο»;
Όση ώρα εγώ πηγαίνω
πάνω-κάτω τους διαδρόμους, τα έρημα τα αναψυκτικά χορεύουν πεντοζάλι. Εκεί που
καθόντουσαν ήρεμα και πολιτισμένα στο ψηλό τους ράφι, πήγα εγώ ο βάρβαρος και τα
ξεσπίτωσα, υποβάλλοντας τα σε ένα υποχρεωτικό «dancing with the stars», του οποίου τα έσοδα θα διατεθούν
αποκλειστικά για τις ανάγκες του δικού μου στομαχιού. Και η συνέχεια
τραγελαφική. Προσπαθώ να πιάσω στον αέρα ένα προϊόν που μόλις δραπέτευσε… τα
αναψυκτικά περνάνε κάβο-ντόρο. Χοροπηδάω χαρωπά γιατί είδα προσφορά, τα
αναψυκτικά πιάνουν 9 μποφόρ. Κοντολογίς, αν είχαν στόμα να μιλήσουν, θα με
είχαν μηνύσει για βιασμό.
Με διπλή
κατηγορία… ο Κούγιας θα έκανε πάρτι.
Την ώρα της
πληρωμής, οι διαδικασίες γίνονται ακόμα πιο γρήγορες. Χώνεις κακής-κακώς τα
πράγματα μέσα στις σακούλες, ώστε να μην προλάβεις να πάρεις την απόδειξη από
το χέρι της ταμία με αποτέλεσμα, να έχεις αναγκάσει τα αυγά να «συγκατοικήσουν»
με την χλωρίνη και τα γαλακτοκομικά με το σαπούνι πιάτων.
«Και οι
σοκολάτες… πού είναι»;
«Τι ερώτηση
είναι αυτή; Μόνες τους, βέβαια! Κατεβάζεις από τον θρόνο τη βασίλισσα Ελισάβετ,
για να κάτσει η Πίπα Μίντλεντον»;
Και το μαρτύριο
δεν έχει τέλος. Απλώς, οι αναταράξεις από το μονόγκαζο μηχανάκι που
κυριολεκτικά πατινάρει στους κακοτράχαλους δρόμους της επιστροφής το κάνει πιο
διασκεδαστικό. Και ενώ θα πίστευε κανείς ότι θα έβρισκαν ξανά την χαμένη
ισορροπία τους μόλις το κλειδί της πόρτας θα γύριζε, η πραγματικότητα έρχεται
να τον διαψεύσει. Διότι κλειδώνω γρήγορα, πετάω τις σακούλες σε κάθε γωνιά του
σπιτιού και σπεύδω να εναποθέσω το ταλαιπωρημένο μου κορμί στην ημίδιπλη κλίνη
μου.
Τα λεπτά
περνούν, οι ώρες επίσης και οι τσάντες με τα πράγματα παρατημένες στο ίδιο
ακριβώς σημείο. Δεν έκαναν καν τον κόπο να ανοίξουν ντουλάπια και ψυγείο, να
βολευτούν με την ησυχία τους. Περίμεναν εμένα. Να ανασυντεθώ, να ανασκουμπωθώ
και να φιλοτιμηθώ να ασχοληθώ μαζί τους. Ωστόσο μέχρι τη στιγμή που θα τα πιάσω
και θα τα τακτοποιήσω επιμελώς στη σωστή τους θέση, τα ταλαιπωρημένα αναψυκτικά
φαντάζουν μια ταραγμένη αφρίζουσα λίμνη μέσα στη συσκευασία τους, η οποία
ονειρεύεται την ώρα που θα αισθανθώ την ανάγκη για μία βουτιά. Αφού η εκδίκηση
είναι ένα ρόφημα που πίνεται…. ζεστό.
Με δύο όμως κινήσεις
μου έχω μετατραπεί ήδη σε ένα όρθιο πτώμα που βλέπει όλες του τις ανάγκες να
παρελαύνουν μπροστά του. Πλήττω, παραλύω, νυστάζω, πεινάω, διψάω, χάνομαι. Αναζητώ
την πιο εύκολη λύση. Κάνω το λάθος να πιάσω ένα από τα ανθρακούχα αφεψήματα.
Ακουμπάω το μπουκάλι επάνω στον πάγκο και σκύβω ελαφρώς από πάνω του. Όση
ξηρασία έχει καταλάβει το λαρύγγι μου, τόσο μεγαλύτερη είναι η επιθυμία μου να
το ποτίσω. Έτσι, ανοίγω με μανία το καπάκι και… βαπτίζομαι γα δεύτερη φορά από
την κορφή ως τα νύχια. Σαν τιμωρία για όλα τα δεινά που ανέχτηκε εξαιτίας μου.
Τα περιθώρια ανοχής όμως κάποια στιγμή στέρεψαν, με αποτέλεσμα να βρίσκομαι τώρα
λουσμένος και ταπεινωμένος κρατώντας ένα μισοάδειο μπουκάλι coca-cola και να αναρωτιέμαι σαν τον Νταλάρα «τι έκανα
λάθος».
Όλα στη ζωή
έχουν ένα όριο. Έναν τερματικό σταθμό, που δεν θα έπρεπε να τον προσπεράσουμε.
Όταν ξύνεις διαρκώς τα νύχια σου, αναμοχλεύοντας τον εκρηκτικό μηχανισμό που
βρίσκεται διαθέσιμος μπροστά σου, το μακελειό είναι αναπόφευκτο. Αν δε δύνασαι
να διαχειριστείς τις συνέπειες των πράξεων σου, τότε καλείσαι να κινηθείς βάσει
του αρχικού σεναρίου. Ένα σενάριο που ορίζει τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο
«τραβάω το σκοινί» και στο «κοιτάζω τη δουλειά μου, ώστε να μη βρεθώ
κρεμασμένος από αυτό».
Ο εγκέφαλος
είναι και αυτός με τη σειρά του ένα στρογγυλό δοχείο αναψυκτικού. Και οι σκέψεις
που τον περιβάλλουν, το αναβλύζον ανθρακικό, που του προκαλεί χαριτωμένες
αναταράξεις. Από τη στιγμή όμως, που το μυαλό τιγκάρει με τις σκοτούρες και τους
προβληματισμούς να έχουν προλάβει όλες τις πρώτες θέσεις, τότε το ενδεχόμενο
μιας τεράστιας και καταστροφικής έκρηξης είναι πολύ πιθανό. Τότε θα είναι
δύσκολο να αποφύγεις τα σκάγια. Επομένως, κρατάς τα χέρια σου σε απόσταση και
δεν τον ταρακουνάς. Αν πάλι, η ατρόμητη φύση σου δεν σου επιτρέπει να οπισθοχωρήσεις
και εξακολουθείς να παίζεις μαζί του, να τον ερεθίζεις, να διαταράζεις την
εσωτερική του ηρεμία, να τον φορτώνεις και να τον κάνεις shaker… θα σου
δώσω μονάχα μια συμβουλή… Μην ανοίξεις το καπάκι…!
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου