Καιρό έψαχνα να ξαναγυρίσω στο κωμικό ύφος που πάντα με χαρακτήριζε και τα τελευταία χρόνια με είχε εγκαταλείψει. Πριν λίγες ημέρες μου ήρθε μία ωραία ιδέα για να δημιουργήσω ξανά κάτι κωμικό, που φιλοδοξεί να προκαλέσει πολλά χαμόγελα στους αναγνώστες. Απολαύστε λοιπόν από σήμερα τις περιπέτειες της Αναμπέλας, μιας καθημερινής και ιδιαίτερα νευρικής κοπέλας, που πέρα από τα δικά της προβλήματα με τη μάνα της και το δυσβάσταχτο φορτίο της μοναξιάς, έχει να διαχειριστεί και τα προβλήματα της κολλητής της Κρίστης, αλλά και του υπόλοιπου κοινωνικού της περιγύρου φέρνοντας στην επιφάνεια κρυμμένα μυστικά. Ελπίζω πραγματικά να απολαύσετε το πρώτο μέρος και να περάσετε όμορφα!!!!!!!
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
"Μήλα ρε..."
Με δυσκολία κρατήθηκα σήμερα να μην κάνω φρουτοσαλάτα το κεφάλι του Φραγκίσκου. Μόλις είδα τις μπανάνες, τις οποίες μάλιστα μοστράρει στην είσοδο του οπωροπωλείου σαν να πρόκειται για έργο τέχνης, ένιωσα την ανάγκη να τις πιάσω με μανία και να του τις φέρω καπέλο.
Το σκηνικό αυτό επαναλαμβάνεται κάθε μέρα. Δε μπορείς, άνθρωπέ μου, να επαγγέλλεσαι μανάβης και να πλασάρεις σκάρτο εμπόρευμα. Από το πρωί έως το βράδυ να έκαναν ηλιοθεραπεία οι μπανάνες, τέτοιο μαύρισμα δε θα ‘χαν.
Πήρα έξαλλη ένα τσαμπί και το κοπάνησα επάνω στον πάγκο. Ο Φραγκίσκος έδειξε να δυσανασχετεί, γιατί συνηθίζω να του βάζω τις φωνές, σε αντίθεση με τη μητέρα μου που τον λυπάται επειδή κάνει ολομόναχος τα πρώτα επιχειρηματικά του βήματα, χωρίς τη βοήθεια του πατέρα του. Εγώ, σιγά μη λυγίσω. Σε διπλανά θρανία καθόμασταν στο σχολείο. Τον ξέρω από πρώτο χέρι. Δηλαδή επειδή εκείνος είναι αποκατεστημένος επαγγελματικά, ενώ εγώ «γλείφω» διαρκώς τον Μητροπολίτη μας να με τοποθετήσει κάπου εντός της Μητρόπολης, έστω και στις τουαλέτες, θα φοβηθώ να του μιλήσω;
-Εσύ αυτές, τις λες μπανάνες;
Τα ντεσιμπέλ της φωνής μου χτύπησαν κόκκινο, δεδομένου ότι η δίαιτα των κίτρινων φρούτων και λαχανικών που ακολουθώ τον τελευταίο μήνα έχει αρχίσει να μου κάνει τα νεύρα… μηχανή του κιμά.
-Γιατί, εσένα με τι σου μοιάζουν; ρώτησε ενοχλημένος.
-Με κάτι που φυλάω στο κομοδίνο μου, απάντησα καυστικά για να τον αποστομώσω.
- Και από ό,τι φαίνεται, δεν κάνει καλά τη δουλειά του, πρόσθεσε και με αποστόμωσε αυτός.
Δεν φτάνει που δεν κάνει σωστά τη δουλειά του, είναι και θρασύς. Εγώ φταίω που προσπαθώ να στηρίζω τα καταστήματα της γειτονιάς μου και ειδικότερα, τους ανθρώπους της δικής μου γενιάς.
-Κάνω τα πάντα να σε εξυπηρετήσω και εσύ δεν ικανοποιείσαι με τίποτα.
Ο Φραγκίσκος εξέφρασε τα παράπονά του για μένα, όσο εγώ αναρωτιόμουν αν συνέχιζε τα σεξουαλικά υπονοούμενα, ή αν αυτή τη φορά μιλούσε κυριολεκτικά.
-Δε μπορεί ένα ολόκληρο μανάβικο να στηρίζεται αποκλειστικά στις δικές σου προτιμήσεις. Εν πάση περιπτώσει, εάν εσύ θέλεις να τρως ξύλο, να πηγαίνεις σε ξυλουργείο, όχι σε μανάβικο.
Με επέπληττε σε έντονο ύφος.
-Αν πιάσω μια βρεγμένη σανίδα και αρχίσω να σε κυνηγάω, θα σου πω εγώ μετά… που μου βγάζεις και γλώσσα.
Είχαμε γίνει θέαμα μέχρι έξω στο δρόμο. Ο κόσμος σταματούσε μπροστά από το μανάβικο και περίμενε να γίνει πιθανό «διπλωματικό επεισόδιο».
-Από τόσα φρούτα που υπάρχουν εδώ, εσύ έχεις κολλήσει στις μπανάνες;
Το παλικάρι είχε απηυδήσει.
-Έχω ωραία μήλα, συμπλήρωσε, δείχνοντας με καμάρι την πραμάτεια του.
-Δεν τα τρώω.
-Ούτε τα ξινόμηλα; Πώς νόμιζα ότι είναι τα αγαπημένα σου; με ειρωνεύτηκε.
-Τον κακό σου τον καιρό! του απάντησα καταλλήλως. Τρώω μόνο ό,τι είναι κίτρινο.
-Έχω και κίτρινα μήλα, επέμεινε όπως και τα φίδι με την Εύα.
-Θα σου πω καμιά κουβέντα με τα μήλα.
Η γλώσσα μου πήγαινε ροδάνι, γιατί σε αντίθεση με την Εύα, εγώ δεν περιπλανήθηκα ποτέ στον «Παράδεισο». Πριν χυδαιολογήσω, προτείνοντάς του τρόπους αξιοποίησης των μήλων, σηκώθηκα και έφυγα, αφού πρώτα διευκρίνισα ότι δεν πρόκειται να ξαναπατήσω το πόδι μου εκεί μέσα.
Λίγο αργότερα γύρισα στο σπίτι, έτοιμη να καταρρεύσω. Είχα προχωρήσει μισό χιλιόμετρο για να βρω αυτό που θέλω. Πέταξα τα πράγματα και σωριάστηκα στον καναπέ. Η μητέρα μου ήρθε από πάνω μου σαν το φάντασμα, αποφασισμένη να με στοιχειώσει μέχρι να της εξηγήσω γιατί ήμουν φουρτουνιασμένη.
-Και γι’ αυτό σκας; Μα τι κουτή που είσαι.
Με στολίζει με τρομερή άνεση και χωρίς να συμμερίζεται το θυμό μου.
-Σου παρήγγειλα εγώ φρεσκότατα φρούτα και λαχανικά, από ένα καινούριο μανάβικο στο κέντρο της πόλης. Όπου να ‘ναι, θα τα φέρει το παλικάρι.
Το διάπλατο χαμόγελό της ήταν ύποπτο. Αυτό το ύφος της κυρα-Λένας το είχα ξαναδεί και μάλιστα επανειλημμένως. Δεν ήταν για καλό.
- Πηγαίνω μέσα να κοιτάξω την κιμαδόπιτα του Δεσπότη. Θα ανοίξεις εσύ;
-Παρασκευή είναι σήμερα. Θα φάει ο άνθρωπος κιμαδόπιτα;
Πριν προλάβω να εκφράσω την απορία μου, είχε ήδη κατευθυνθεί στην κουζίνα. Δεν είχα όρεξη, ούτε για να ερμηνεύσω την αλλόκοτη συμπεριφορά της. Άλλες φορές δεν με άφηνε να ανασάνω από την πολυλογία και τα κουτσομπολιά της γειτονιάς, ωστόσο σήμερα με είχε αφήσει άφωνη. Νισάφι όμως με το Δεσπότη. Δε μπορώ άλλο να τρέχω στο Μητροπολιτικό Μέγαρο με τα ταψιά στο χέρι, σαν να κάνω κέτερινγκ στο πάρτι εισοδίων της Θεοτόκου.
Τη στιγμή που άρχισα να εκνευρίζομαι περισσότερο, χτύπησε το κουδούνι. Σηκώθηκα με τα χίλια ζόρια από τον καναπέ και σύρθηκα ως την πόρτα. Άνοιξα και είδα μπροστά μου ένα σκελετωμένο πλάσμα, με γυαλιά και φαλακρίτσα στην κορυφή, να με κοιτάζει χαμογελαστός, επιδεικνύοντας μου τα κατακίτρινα δόντια του.
-Γεια! Έφερα τα φρούτα που ζητήσατε.
Και μαζί του τον τρόμο. Ο καημένος ο άνθρωπος ήταν ήδη σε κατάσταση αποσύνθεσης. Γιατί λοιπόν η μαμά μου τον έβαλε σε τέτοιο κόπο;
-Είσαι η Αναμπέλα; Η μητέρα σου μου είπε ότι είσαι μόνη αυτό τον καιρό. Θα ήθελες να βγούμε για ένα ποτό το βράδυ;
Γι’ αυτό…. Θα τη σκοτώσω. Άρχισε πάλι τα προξενιά. Εξ’ ου και το μεφιστοφελικό μυστήριο. Μια ο υδραυλικός, μια ο ηλεκτρολόγος, μια ο πιτσαδόρος, μια το παιδί του χασάπη και τώρα ο παραγιός του μανάβη. Σε εκατό ανθρώπους να αποκαλύψει ο καθένας από αυτούς τα παρακάλια της μάνας μου για να βγουν μαζί μου, θα κυκλοφορήσει σε όλη την πόλη ότι είμαι απελπισμένη. Κάτι που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Δεν διατυμπάνισα ποτέ ότι ψάχνω άντρα. Μόνη της φτάνει σε τέτοια συμπεράσματα. Το γεγονός ότι δεν έχω κάποια σχέση, ίσως να είναι προσωπική μου επιλογή. Δεν καταλαβαίνω γιατί δεν εξετάζεται και αυτό το ενδεχόμενο. Πρώτη και τελευταία φορά που με εκθέτει ανεπανόρθωτα με αυτό τον τρόπο.
Δεν ήξερα τι δικαιολογία να βρω για να ξεφορτωθώ τον άνθρωπο. Εκμεταλλεύτηκα την εμφανή μου ταλαιπωρία και του είπα ότι «είμαι αδιάθετη».
-Όλη τη μέρα, θα μείνω τέζα στο κρεβάτι. Ελπίζω να μην σε πειράζει, του είπα με σπασμένη φωνή σα να μου απομένουν μόνο λίγες ώρες ζωής.
Το παλικάρι, όχι μόνο δεν μου έφερε αντίρρηση, αλλά δεν μου κράτησε και λεφτά για τα φρούτα, επειδή με λυπήθηκε. Ευτυχώς, βγήκε και κάτι καλό από όλο αυτό. Όμως η κυρα-Λένα δεν θα τη γλίτωνε τόσο φθηνά. Αυτή τη φορά, θα την έβαζα στη θέση της.
-Μαμά, μαμά! ούρλιαξα, αλλά έκανε ότι ήταν χωμένη στα μέσα δωμάτια και δεν άκουγε.
Ήμουν έτοιμη να εκραγώ. Άρπαξα μία μπανάνα και έφυγα σαν σίφουνας από το σπίτι, αφού πρώτα βρόντηξα την πόρτα πίσω μου.
Πήγα και πήρα την Κρίστη από το γραφείο της. Είχε πήξει και εκείνη με τις δεκάδες υποθέσεις αφερέγγυων εργοδοτών που δεν πληρώνουν τους υπαλλήλους της, μια και η δικηγορία τείνει να γίνει πλέον αποκλειστικό όργανο της οικονομικής κρίσης. Καθίσαμε σε ένα παγκάκι κοντά στη θάλασσα και βγάλαμε τα εσώψυχά μας αγναντεύοντας το απέραντο γαλάζιο. Τραβάει κι αυτή τα ζόρια της. Η εταιρεία της έχει αναλάβει έναν πελάτη ο οποίος κινείται νομικά εναντίον του Χρήστου, ιδιοκτήτη ασφαλιστικής εταιρείας με τον οποίο είναι τρία χρόνια μαζί. Η ίδια βρίσκεται σε αρκετά δύσκολη θέση, καθώς θα πρέπει να βρεθεί αντιμέτωπη μαζί του στα δικαστήρια.
Όσο η Κρίστη μου ανέλυε το δικαστικό της δράμα, εγώ σκεφτόμουν σοβαρά να κάνω μήνυση στη μητέρα μου για ψυχική οδύνη.
-Έχει καταντήσει ανυπόφορη πια! είπα αγανακτισμένη και πήρα φόρα. Επεμβαίνει συνέχεια στην προσωπική μου ζωή. Νομίζει ότι θα μείνω στο ράφι και το ‘χει βάλει σκοπό της ζωής της να με ζευγαρώσει, λες και είμαι σκύλος της.
Τα λεπτά περνούσαν και εγώ συνέχιζα το μονόλογό μου.
-Θα την ακούσει κανένας και θα νομίζει ότι είμαι λυσσάρα. Ότι φωνάζω από μακριά «ανοίξαμε και σας περιμένουμε». Εγώ ξέρω μόνο τι ανάγκες έχω. Και αυτή τη στιγμή, το μόνο σίγουρο είναι ότι δε μου λείπει το σεξ. Θα το καταλάβει επιτέλους;
Ο ήχος του κινητού μου διέκοψε το ενδιαφέρον αυτό παραλήρημα. Κοίταξα την οθόνη και είδα το όνομα… ποιας άλλης; Της μητέρας μου. Χίλια χρόνια θα ζήσει. Δεν είχα καμία διάθεση να της μιλήσω. Όσο κι αν ήθελα να της το κλείσω στα μούτρα, έριξα νερό στο κρασί μου, διότι δεν ήθελα μετά να βγει και από πάνω.
-Παρακαλώ! είπα σα να μου χρωστούσαν κι εμένα.
-Αναμπέλα! ωρυόταν η μητέρα μου. Τι είναι αυτό μέσα στο κομοδίνο σου;
Τα μάτια μου πετάχτηκαν έξω σαν να ήμουν γιαπωνέζικο manga. Ίδρωσα και από τη ντροπή μου δεν ήξερα τι να της απαντήσω. Τελικά, της το ‘κλεισα στα μούτρα.
Η Κρίστη με κοίταξε απορημένη και με ένα κρυφογελάκι στα χείλη, έτοιμο να σκάσει.
-Εντάξει…. ψέλλισα, ευχόμενη παράλληλα να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Ίσως, μου λείπει λίγο… Όμως αυτός δεν είναι λόγος αυτός για να ανακατεύεται. Θα φροντίσω μόνη μου να καλύψω αυτό το κενό, ακόμα κι αν χρειάζεται να αγοράζω μπαταρίες για το υπόλοιπο της ζωής μου, κατέληξα καταρρακωμένη την ώρα που ξεφλούδιζα τη μπανάνα μου.
Η αλήθεια είναι ότι η αναστάτωση που μου προκαλεί η εμμονή της μητέρας μου, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στις επιφυλάξεις που έχω και εγώ η ίδια για τον εαυτό μου. Δεν είμαι αναίσθητη. Φοβάμαι τη μοναξιά και θέλω κάποιον άνθρωπο στο πλευρό μου. Αλλά πού να βρω; Να πάρω την επαναληπτική καραμπίνα του παππού μου και να βγω στο δρόμο να κυνηγήσω; Δε γίνονται αυτά τα πράγματα, πρόσθεσα, ενώ έκλεισα θριαμβευτικά με ένα στίχο του Κώστα Ουράνη.
Αν είναι να ‘ρθει, θε να ‘ρθεί, αλλιώς θα προσπεράσει.
Από τον καημό μου, μπουκώθηκα με όλη τη μπανάνα και πέταξα την φλούδα στον αέρα. Η Κρίστη με είδε ταραγμένη και με αγκάλιασε.
-Μη στεναχωριέσαι, βρε Αναμπέλα μου! Όλα θα πάνε καλά.
Έγειρα στον ώμο της και ένιωσα την αγάπη και τη θαλπωρή που χρειαζόμουν για να μπορέσω να ανακτήσω τις δυνάμεις μου. Ξαφνικά ένας δυνατός κρότος από το δρόμο κατάφερε μέσα σε ένα δευτερόλεπτο να διαλύσει τη γαλήνη του μυαλού μου και να με στείλει πίσω στη σκληρή πραγματικότητα. Στρίψαμε στα κεφάλια μου και είδαμε μία μηχανή μαζί με τον οδηγό της να κείτονται στην άσφαλτο. Ο βλάκας πήγε και γλίστρησε πάνω στη μπανανόφλουδα.
Πεταχτήκαμε σαν ελατήρια από το παγκάκι και τρέξαμε κοντά για να βοηθήσουμε. Έσκυψα να δω αν ο άνθρωπος χτύπησε και με έκπληξη είδα ότι ο βλάκας ήταν ο Φραγκίσκος.
-Εσύ; Αναφώνησα. Μα επιτέλους, τι θέλεις από τη ζωή μου; ούρλιαξα, σα να είμαι εγώ το θύμα και όχι αυτός.
Η Κρίστη ζήτησε μετάφραση, καθώς δεν καταλάβαινε τίποτα. Ο Φραγκίσκος σήκωσε το κεφάλι του και με κοίταξε, προσπαθώντας να δει από πού πηγάζει όλη αυτή η παράνοια. Στα θολωμένα μάτια του, ένα υπέρλαμπρο φωτοστέφανο από αστράκια είχε φωλιάσει επάνω στο κεφάλι μου.
-Αναμπέλα… είπε ξεψυχισμένα.
Με την άκρη του ματιού του, διέκρινε την πεταμένη, αλλά και πατημένη μπανανόφλουδα.
-Τελικά, αγόρασες μπανάνες από άλλον. συμπέρανε και σε κλάσματα δευτερολέπτου, ξεράθηκε και πάλι κάτω.
Η Κρίστη έβαλε τις στριγκλιές, όσο εγώ πετούσα τα πειστήρια του εγκλήματος στο διπλανό κάδο.
Θέλουμε, δε θέλουμε, αυτή η βόλτα θα μας μείνει αξέχαστη. Η Κρίστη έπρεπε να επιστρέψει στο γραφείο, με αποτέλεσμα να συνοδεύσω μόνη μου τον Φραγκίσκο στο νοσοκομείο. Ευτυχώς, δεν έπαθε κάτι σοβαρό. Μόνο μία ελαφριά διάσειση.
-Είσαι τρελή! μου πέταξε κατάμουτρα, χωρίς να είναι καθόλου επιεικής μαζί μου.
Είχε δίκιο, αλλά δεν ήθελα να το πάρει και πάνω του.
-Αν φορούσες κράνος, δεν θα είχες πάθει τίποτα τώρα. Δεν φταίω εγώ αν εσύ δεν τηρείς τον Κ.Ο.Κ.
-Με προκαλείς και μετά θα με πεις πάλι χυδαίο, διευκρίνισε.
Να πω την αλήθεια, είχα συνηθίσει τα καυστικά του σχόλια και με απογοήτευσε. Άξιζα το όποιο βρίσιμο. Ο άνθρωπος βγήκε για δουλειά και εγώ τον σακάτεψα. Ούτε να το είχα προγραμματίσει. Κι όμως… αντί να με στήσει στη γωνία, προσπάθησε για μία ακόμη φορά να ισορροπήσει τα πράγματα.
-Αφού την έβγαλα μόνο με δύο γρατζουνιές, μην το πεις… ούτε του Δεσπότη, πρόσθεσε, με διάθεση να με πειράξει.
-Όχι, δεν θα του το πω.
Απάντησα εγώ, χωρίς να καταλάβω αμέσως τι εννοεί. Γύρισα και τον κοίταξα.
-Ξέρεις; τον ρώτησα με νόημα.
-Γιατί; Νόμιζες ότι θα μείνει κρυφό; Προς ενημέρωσή σου, εγώ ψάχνω μία κοπέλα για το ταμείο και μάλιστα χωρίς ανταλλάγματα.
Με είχε κυριολεκτικά σκλαβώσει με την καλοσύνη του. Δεν ήξερα πώς να αντιδράσω. Και όταν δεν έχω νεύρα, δεν είμαι ο εαυτός μου.
-Άσε με να το σκεφτώ! του απάντησα και τον ευχαρίστησα θερμά για την ευγενική προσφορά του. Σκέφτηκα να επενδύσω λίγο ακόμα στο εκκλησιαστικό κομμάτι και αν δεν έβγαινε τίποτα, θα περνούσα με την ουρά στα σκέλια τις πόρτες του μανάβικου.
-Άσε με να το σκεφτώ! του απάντησα και τον ευχαρίστησα θερμά για την ευγενική προσφορά του. Σκέφτηκα να επενδύσω λίγο ακόμα στο εκκλησιαστικό κομμάτι και αν δεν έβγαινε τίποτα, θα περνούσα με την ουρά στα σκέλια τις πόρτες του μανάβικου.
-Για την ώρα, μπορώ να επανορθώσω με κάποιον τρόπο; ρώτησα χαλαρά και αυθόρμητα.
-Ναι! Απάντησε εκείνος, πολύ σίγουρος. Έλα να αγοράσεις μήλα.
Ίσως αυτό να ήταν και το μεγαλύτερο διάστημα που κατάφερα να μείνω ψύχραιμη.
-Λύσσαξες πια με αυτά τα μήλα. Φαντάσου, τι σαβούρες θα είναι και προσπαθείς από το πρωί να μου τις πασάρεις.
Δεν άργησα και πολύ να ξαναμπώ στο κλίμα.
-Άρχισες πάλι; Δεν υποφέρεσαι με τίποτα! Είπε αγανακτισμένος και σηκώθηκε να φύγει.
Εγώ τον ακολούθησα και συνέχιζα να τον ψέλνω μέχρι και το δρόμο.
-Γιατί εσύ υποφέρεσαι; Εκνευριστικέ άνθρωπε! Μ’ αρέσει που είδα και θετικά την πρότασή σου για δουλειά. Τι αφελής που είμαι!
-Εγώ είμαι αφελής, ξεσπάθωσε ο Φραγκίσκος. Που στο πρότεινα, χωρίς να σκεφτώ το κίνδυνο, να μου κάνεις το μαγαζί καλοκαιρινό.
-Και πάλι, θα είναι καλύτερο από το τσίρκο που είναι σήμερα.
Ο Φραγκίσκος γύρισε απότομα και με αγριοκοίταξε. Θα τολμούσα να πω ότι το βλέμμα του έσταζε αίμα. Και το δικό μου όμως, δεν πήγαινε πίσω. Λίγο θέλαμε και θα πιανόμασταν μαλλί με γάζες.
-Τελειώσαμε! είπαμε και οι δυο ταυτόχρονα και χωρίσαμε τους δρόμους μας.
Την ώρα που επέστρεψα στο σπίτι, πέτυχα τη μητέρα μου στην πόρτα με την κιμαδόπιτα στο χέρι. Ήταν έτοιμη να φύγει για τη Μητρόπολη.
-Δεν χρειάζεται να έρθεις. Πηγαίνω μόνη μου. Εσύ κάτσε να ηρεμήσεις.
Με έκανε κομμάτια. Όσο κι αν κάποιες φορές μου ανάβει τα λαμπάκια με έναν μοναδικό τρόπο, δε μπορώ να αμφισβητήσω το γεγονός ότι με αγαπάει πολύ και ότι φροντίζει για το καλό μου. Και εγώ την αγαπάω και δεν θέλω να την πληγώνω.
Πήρα την κιμαδόπιτα από τα χέρια της και της είπα ότι θα τη συνοδεύσω. Εκείνη μου χαμογέλασε, με έπιασα αγκαζέ και φύγαμε παρέα για τη Μητρόπολη.
Λίγο πριν μας ανοίξουν την πόρτα, χτύπησε το τηλέφωνό μου.
-Κλείσε το παιδί μου, τώρα που θα συναντήσουμε το Δεσπότη, είπε επιδεικτικά η μητέρα μου.
-Γιατί, δεν του αρέσει η Μαντόνα; ειρωνεύτηκα εγώ, υπερασπιζόμενη το ringtone μου.
-Εδώ την έχει αφορίσει ο Πάπας, ο δικός μας θα πάει πίσω;
Κοίταξα την κλήση. Ήταν η Κρίστη, η οποία επέμενε. Πρότεινα στη μαμά μου να περάσει μόνη της μέσα και εγώ να παρουσιαστώ μόλις τελειώσω. Γκρίνιαξε, αλλά δε μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Της πάσαρα το ταψί και βγήκα έξω στο στενό.
Απάντησα αμέσως στην Κρίστη, η οποία όμως έκλαιγε με λυγμούς.
-Τι συμβαίνει, καλέ;
-Ο Χρήστος… ψέλλισε και σιώπησε..
Τρόμαξα. Υπέθεσα ότι έπαθε κάτι σοβαρό.
-Έχει άλλη, πρόσθεσε και η καρδιά μου ξαναπήγε στη θέση της.
Βέβαια και αυτό σοβαρό είναι, αλλά όχι όπως το φανταζόμουν.
-Είσαι σίγουρη; Πού το στηρίζεις;
-Το παλικάρι από την ασφαλιστική εταιρεία του Χρήστου που έχει απευθυνθεί στο γραφείο μας….
-Τα ‘χει με το Χρήστο;;; Μη μου πεις! τη διέκοψα σοκαρισμένη.
-Όχι, απάντησε με απάθεια, δίνοντας την εντύπωση ότι μια τέτοια ιδέα δεν θα την αναστάτωνε το ίδιο. Έφερε αποδείξεις ότι είναι ο μοναδικός που δεν πληρώνεται, ενώ η άλλη υπάλληλος λαμβάνει το μισθό της και με το παραπάνω.
-Γιατί;
Απόρησα την ώρα που θαύμαζα τους πανύψηλους ήλιους στην αυλή του Μητροπολιτικού Μεγάρου.
-Γιατί την έχει γκόμενα, πέταξε τη βόμβα η Κρίστη.
-Το παλικάρι;
-Ο Χρήστος! βροντοφώναξε μέσα στο αυτί μου.
-Υπάρχουν αποδείξεις; ρώτησα εγώ, θυμίζοντας στιγμές «Νόμου και τάξης».
-Δεν χρειάζομαι αποδείξεις για να τρελαθώ. επεσήμανε η φίλη μου σε κατάσταση παράκρουσης.
-Τις χρειάζομαι όμως εγώ, γιατί σήμερα, νομίζω ότι θα μου στρίψει.
Δεν έλεγα και ψέματα. Από το πρωί δεν είχα προλάβει να πάρω ανάσα Ήταν μια μέρα γεμάτη εντάσεις, συγκρούσεις και υστερίες. Οι έξτρα δόσεις δράματος θα με γονάτιζαν χωρίς αμφιβολία.
-Ηρέμησε αγάπη μου και θα τη βρούμε την άκρη.
Έκανα φιλότιμες προσπάθειες να τη συνεφέρω, αλλά το συνεχές κλάμα της αποδείκνυε ότι όλες στέφονταν με παταγώδη αποτυχία.
-Ίσως να κάνει λάθος ο νεαρός. Μη ξεχνάμε ότι είναι πικραμένος. Μπορεί να υποθέτει πράγματα, απλά για να δώσει απαντήσεις σε ό,τι δε μπορεί να εξηγήσει με τη λογική.
Σιωπή. Αυτό λογικά πρέπει να έπιασε, γιατί δεν ακουγόταν τίποτα από το ακουστικό. Ή σωριάστηκε αθόρυβα μετά από υπερβολική δόση ηρεμιστικών, ή απλά είχε ηρεμήσει με τη δική μου βοήθεια.
-Δηλαδή, λες να το ψάξουμε πρώτα; ρώτησε δειλά.
Εντάξει, ζούσε.
-Εννοείται. Θα σε βοηθήσω.
Όχι, που δεν θα το ‘κανα. Λείπει ο Μάρτης από τη Σαρακοστή;
-Μη στεναχωριέσαι όμως, μέχρι να μάθουμε τι ακριβώς συμβαίνει.
Η Κρίστη μου έδωσε το λόγο της ότι για την ώρα δεν θα συνεχίσει τον οδυρμό και τον αλληλοσπαραγμό. Μεταξύ μας, δώσαμε ραντεβού το απόγευμα, προκειμένου να καταστρώσουμε τα σχέδιά μας.
Λίγο πριν περάσω και πάλι την εξωτερική πύλη του Μεγάρου, με την άκρη του ματιού μου παρατήρησα ύποπτη κίνηση στην πίσω πόρτα. Κρύφτηκα πίσω από μία βουκαμβίλια και προσπάθησα να μη γίνω αντιληπτή. Η πόρτα άνοιξε και ο παπα-Κώστας, ένας νεαρός σχετικά ιερέας γύρω στα 35, έβγαλε διακριτικά το κεφάλι του έξω, κοιτάζοντας δεξιά και αριστερά το δρόμο. Αφού διαπίστωσε ότι δεν κυκλοφορεί κανείς τριγύρω, άνοιξε διάπλατα την πόρτα και βγήκε από μέσα ένας νεαρός. Έσπρωξα από μπροστά μου τα φύλλα της βουκαμβίλιας για να δω καλύτερα.
-Χριστέ μου! αναφώνησα βοερά και παραλίγο να με πάρουν χαμπάρι.
Ο νεαρός ήταν ο ξάδερφός μου ο Λάμπρος. Τον αναγνώρισα από το περπάτημα του λαγού, τα διογκωμένα μπράτσα και το τριγωνικό μουσάκι. Κοινώς, τον πέρασα από κόσκινο. Χιλιάδες ερωτήματα παρέλασαν εκείνη τη στιγμή από το μυαλό μου.
«Τι νταλαβέρια έχει ο Λάμπρος με τον παπα-Κώστα»; «Γιατί έφυγε στα μουλωχτά από την πίσω πόρτα»; «Με τι βρομοδουλειές ασχολείται ο πρώτος μου ξάδερφος» και κυρίως «γιατί όλοι οικογενειακώς έχουμε μπλεχτεί με τα παπαδαριά»;
Με δυσκολία κρατήθηκα να μην φανερωθώ μπροστά του σαν Φάντης Μπαστούνης και να τον τραβήξω από το αυτί, μέχρι να μου τα πει όλα.
«Φαντάσου να μάθαινε η μητέρα μου για αυτή την κρυφή συνάντηση. Δεν θα προλάβαινε ο Δεσπότης να δοκιμάσει την κιμαδόπιτα. Θα την είχε σκορπίσει σε όλο το Μέγαρο», σκέφτηκα.
Σα να μην τρέχει τίποτα, χτύπησα το κουδούνι και μπήκα μέσα. Η μητέρα μου μόνο που δεν χοροπήδησε από τη χαρά της. Της είχε περάσει από το μυαλό ότι το είχα σκάσει. Δίπλα της, καθόταν στον θρόνο του ο Σεβασμιώτατος ο οποίος, με συνεχάρη για τις μαγειρικές μου ικανότητες. Πάνω που ετοιμαζόμουν να ζητήσω επεξηγήσεις, το βλέμμα μου έπεσε στα όχι και τόσο διακριτικά νοήματα της μητέρας μου, η οποία τον έπεισε ότι η κιμαδόπιτα ήταν από τα δικά μου χεράκια. Μην έχοντας άλλη επιλογή, τον ευχαρίστησα για τα κολακευτικά του λόγια, αλλιώς θα αποκάλυπτα ενώπιον του εκπροσώπου του Θεού, ότι στο σπίτι μας δεν τις τηρούμε πιστά τις Δέκα Εντολές. Την ψυλλιαζόμουν την κατάσταση. Έτσι και εμφανιζόταν κάποια θέση για μένα, αυτή θα ήταν στην κουζίνα και θα γινόμασταν ομαδικώς ρεζίλι, αφού δεν ξέρω ούτε αυγό να βράζω μόνη μου.
Γενικότερα, παρατηρούσα μια υπεκφυγή. Όσες φορές κι αν κάναμε αναφορές στο θέμα εργασίας, ο Δεσπότης άλλαζε τη συζήτηση και επικεντρωνόταν στο θέμα της αλληλεγγύης, της κοινωνικής προσφοράς και του εθελοντισμού. Δεν ήξερα αν η καμπάνα χτυπούσε για μένα. Προσωπικά, στηρίζω τον εθελοντισμό. Είμαι και εθελόντρια αιμοδότρια από τα 18 μου. Μέχρι τώρα, δε μου ‘χει μείνει στάλα, με έχουν στραγγίξει.
Ωστόσο η κατάσταση που επικρατεί σήμερα δεν σου επιτρέπει να παραστήσεις για πολύ τη «Μητέρα Τερέζα», όταν η δική σου μητέρα δεν είναι σε θέση να σε συντηρεί άλλο. Χρειάζεται να αξιοποιήσω το πτυχίο των Ιστορικών επιστημών που απέκτησα με κόπο και διάβασμα, να εξασφαλίσω κάποια χρήματα και να προσφέρω το κατά δυνάμει μέσα στο σπίτι μου. Λυπάμαι, αλλά κάποια πράγματα δεν θα μου τα μάθει η Βίβλος, που αν και all time classic, έχει μαύρη τρύπα στη σύγχρονη πραγματικότητα.
Την ίδια στιγμή, ο παπα-Κώστας βγήκε από την κουζίνα, κρατώντας ένα δίσκο με δύο λεμονάδες. Μας τις σέρβιρε ήσυχα και στη συνέχεια κάθισε απέναντί μας. Τον παρατηρούσα. Είχε στο πρόσωπό του κάτι που δε μου άρεσε. Κάτι παράξενο. Κάτι υποχθόνιο. Κάτι που με έκανε να θέλω να του δαγκώσω το χέρι και όχι να του το φιλήσω, όπως συνηθίζεται. Αλλά δεν είχα ενδείξεις ώστε να του προσάψω κάτι συγκεκριμένο. Ούτε τον έπιασα επ’ αυτοφώρω τη στιγμή που είχε κάποιο πιθανό «πάρε-δώσε» με τον ξάδερφό μου. Δε με ενδιέφερε καθόλου αν κολάστηκα. Το μόνο που με ενδιέφερε ήταν να τον ξεσκεπάσω κι αυτόν. Σαν πολλά δε μαζεύτηκαν ξαφνικά τα μυστήρια που καλούμαι να λύσω; Μήπως τελικά αυτό τον κλάδο πρέπει να ακολουθήσω;
Όταν γύρισα σπίτι, έβαλα προτεραιότητες. Πρώτα θα εξακριβώναμε αν ο Χρήστος έκανε πράγματι την Κρίστη τάρανδο και έπειτα τι σκάρωνε ο Λάμπρος με το ρασοφόρο. Αυτά τραβάς αν δεν έχεις καθόλου προσωπική ζωή. Ασχολείσαι και εσύ με τα προβλήματα των άλλων.
Ετοιμάστηκα, στολίστηκα και φώναξα της μητέρας μου ότι ετοιμαζόμουν να βγω. Πριν ανοίξω την πόρτα, ήρθε κοντά μου σα βρεγμένη γάτα. Το πρόσωπό της ήταν χαμηλωμένο στο πάτωμα και φαινόταν φοβισμένη.
-Τι συμβαίνει; ρώτησα με άγριο ύφος προετοιμασμένη να ακούσω κάτι που θα μου ανέβαζε και πάλι το αίμα στο κεφάλι.
-Είμαι σίγουρη ότι δεν θα με πιστέψεις, αλλά σου το ορκίζομαι. Δεν το έκανα επίτηδες.
Ορκιζόταν εκείνη που ψεύδεται ασύστολα μπροστά στους πατέρες της εκκλησίας. Φως φανάρι ότι ήταν έτοιμη να με παραμυθιάσει.
-Ο εγγονός της κυρίας Μάγδας από δίπλα είναι ηλεκτρολόγος και έχει έρθει για διακοπές. Του είπα ψέματα ότι χάλασε η κεραία της τηλεόρασης, με σκοπό να έρθει να τη φτιάξει και να σε γνωρίσει. Ωραίο παλικάρι. Ψηλό, γυμνασμένο, γύρω στα 30, Σκορπιός στο ζώδιο και τρελαίνεται για μηλόπιτα.
Τα μάτια μου είχαν ήδη γυρίσει και δεν άντεχα να ακούσω τη συνέχεια της περιγραφής.
-Μαμά! φώναξα σα να μου πάτησαν τον κάλλο.
-Δεν τελείωσα. Μετά από αυτό που έγινε το μεσημέρι, σκέφτηκα ότι δεν πρέπει να ανακατευτώ άλλο στη ζωή σου και αποφάσισα να το ακυρώσω, εξήγησε η μαμά.
Επιτέλους, άκουσα και κάτι σωστό από αυτήν.
-Όμως, δεν θα πιστέψεις την ατυχία μου. Άνοιξα τώρα την τηλεόραση να δω το τούρκικο και δεν παίζει. Η κεραία έχει όντως πρόβλημα.
Ήταν βέβαιο. Αυτή η γυναίκα ήθελε να με στείλει στον άλλο κόσμο.
-Δηλαδή, θα έρθει τελικά; ρώτησα ταραγμένη, αφού βρέθηκα για μία ακόμη φορά προ τετελεσμένων γεγονότων.
-Δε γίνεται να χάνω εγώ το τούρκικο, επειδή εσύ είσαι αντικοινωνική, μου απάντησε, χώνοντας το μαχαίρι βαθιά στην καρδιά μου.
-Και τι ώρα τον περιμένεις; Προλαβαίνω να φύγω;
Τέτοια αγωνία, δεν θα είχα ούτε για να κρυφτώ από τους Γερμανούς στην Κατοχή.
-Τώρα, πέταξε ξερά και με αποτέλειωσε.
Χωρίς να πω ούτε γεια, άνοιξα αμέσως την πόρτα και πάνω που ετοιμαζόμουν να πηδήξω κατευθείαν στις σκάλες, έπεσα πάνω στο παλικάρι, ο οποίος πήγαινε να χτυπήσει το κουδούνι. Τσάμπα άγχος. Δύο λεπτά πιο γρήγορα να είχε γίνει η συζήτηση αυτή και θα τα είχα καταφέρει.
-Χίλια συγγνώμη! είπα στο παλικάρι, όσο εγώ προσπαθούσα να μαζέψω από το πάτωμα την τσάντα και το λουλούδι απ’ τα μαλλιά μου.
-Η Αναμπέλα; με ρώτησε.
-Η ίδια, απάντησα με απάθεια, χωρίς να του δώσω καμία σημασία.
Ήμουν αποφασισμένη να δείξει τελείως αδιάφορη, με σκοπό να προσβληθεί και να φύγει τρέχοντας.
-Θησέας, πρόσθεσε και μου έδωσε το χέρι του για να με χαιρετήσει.
«Τι γελοίο όνομα», σκέφτηκα από μέσα μου. Άπλωσα και εγώ το δικό μου χέρι, σήκωσα το κεφάλι μου και μόλις τον αντίκρισα, η τσάντα μου ξανάπεσε απ’ τα χέρια, παρέα με το στόμα μου.
Αυτός όχι μόνο δεν ήταν στα πρότυπα των προηγούμενων συνοικεσίων που μου έκανε η μάνα μου, αλλά εγώ προσωπικά θα τον έλεγα θεό, διακινδυνεύοντας να παρεξηγηθώ με τον Δεσπότη. Μπροστά μου στεκόταν αγέρωχη, μία δίμετρη μελαχρινή οπτασία με θεληματικό πηγούνι, πράσινα μάτια, λακκάκια στο χαμόγελο και σώμα κολυμβητή. Είχα μείνει στήλη άλατος. Τον κοίταζα αποσβολωμένη σα να είχα περάσει πρόσφατα εγκεφαλικό. Άκουγα να μου φωνάζει κάτι η μάνα μου, αλλά δεν έδινα σημασία.
-Χτυπάει το κινητό σου.
Το παλικάρι προσπαθούσε γλυκά να με βγάλει από τη μεθυστική νιρβάνα στην οποία με οδήγησε η ακαταμάχητη γοητεία του. Κοίταξα φευγαλέα την οθόνη. Ήταν η Κρίστη, η οποία με περίμενε στο σπίτι της. Προσπαθούσα να το κλείσω, κοιτάζοντας παράλληλα το αψεγάδιαστο αυτό πρόσωπο, αλλά δεν έβρισκα το σωστό κουμπί. Από τη βιασύνη μου, έδωσα μια στο κινητό και εκσφενδονίστηκε πίσω στον τοίχο. Τόσο η μαμά μου, όσο και ο Θησέας είχαν μείνει με το στόμα ανοιχτό.
-Πέρασε Θησέα, είπα, προσπαθώντας με κόπο να μην τραυλίσω. Έρχομαι σε ένα λεπτό. πρόσθεσα, περνώντας την πόρτα.
-Πού πας, παιδί μου; με ρώτησε η μαμά μου ανήσυχη για την ψυχική μου υγεία.
-Επιστρέφω σε πέντε λεπτά. Δεν θα αργήσω.
Έκλεισα βιαστικά την πόρτα και κατέβηκα σαν βολίδα τα σκαλιά της πολυκατοικίας. Χωρίς να με νοιάζουν τα γύρω βλέμματα των περαστικών που με κοιτούσαν σαν εξωγήινη, έτρεξα μέχρι το μανάβικο του Φραγκίσκου. Μπήκα μέσα αλαφιασμένη. Ο ιδρώτας μου έσταζε ποτάμι και η φωνή μου έβγαινε με δυσκολία. Ο Φραγκίσκος, ο οποίος εκείνη την ημέρα είχε περάσει τόσα εξαιτίας μου, τρόμαξε μόλις με είδε σε αυτή την έξαλλη κατάσταση.
-Μήλα. Θέλω μήλα, ψέλλισα ξεψυχισμένα.
-Ορίστε;
Όπως ήταν φυσικό, ο άνθρωπος δεν καταλάβαινε τι ζητούσα. Αφού, έτσι όπως άρθρωνα τις λέξεις, ούτε εγώ καταλάβαινα τι έλεγα.
-Από το πρωί μου πρήζεις τα συκώτια να αγοράσω μήλα, του εξήγησα όσο άρχισα να ξαναβρίσκω σταδιακά τους ρυθμούς. Ήρθα λοιπόν να πάρω. Θέλω δύο κιλά και γρήγορα, απαίτησα αυστηρά.
Ο Φραγκίσκος κατάπιε τη γλώσσα του. Έκανε δύο βήματα πίσω και πήρε στα χέρια του ένα άδειο καφάσι, με το οποίο έκρυψε το πρόσωπό του.
-Δεν έχω! Είπε σχεδόν αθόρυβα.
Δεν τον άκουσα και ζήτησα να το επαναλάβει.
-Δεν έχω, λέω! Μου τέλειωσαν! προσθέτει και εκείνη τη στιγμή έγινε μέσα μου το μεγάλο μπαμ.
Όχι απλά μου γύρισαν τα λαμπάκια, όχι απλά τα είδα όλα κωλυόμενα-που λένε και τα φανταράκια-όχι απλά σκέφτηκα να τα σπάσω όλα και να αφήσω την υπογραφή μου, αλλά έφτασα στο σημείο να θέλω να κάνω φόνο. Να βάψω τα χέρια μου με αίμα και να πάρω την εκδίκησή μου.
Έπιασα ένα μαχαίρι, το οποίο ήταν επάνω στον πάγκο και το έστρεψα απειλητικά στον Φραγκίσκο.
-Θα πεθάνεις, ρε! Φώναξα με το μάτι μου να γυαλίζει σα να το πέρασες με διπλό αμονιοζόλ. Το ακούς; Θα πεθάνεις;
Ούρλιαξα και άρχισα να τον κυνηγάω με το μαχαίρι σε όλο το δρόμο. Ένα ήταν σίγουρο. Από κείνη τη μέρα, η γειτονιά μας δεν θα έβρισκε ποτέ ξανά την ησυχία της.
Τέλος 1ου Κεφαλαίου
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου