Σάββατο 25 Αυγούστου 2012

"Τα Λουκουμάκια" - Επεισόδιο 1 (Α' μέρος)

ΤΑ ΛΟΥΚΟΥΜΑΚΙΑ

Επεισόδιο 1

ΣΤΗ ΣΥΡΟ, ΕΝΑ ΣΥΝΝΕΦΙΑΣΜΕΝΟ ΠΡΩΙΝΟ, ΑΛΛΙΩΤΙΚΟ ΑΠΟ ΤΑ ΑΛΛΑ, Η ΤΡΕΛΟΠΑΡΕΑ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΤΑ ΔΙΚΑ ΤΗΣ. Η ΖΕΤΑ ΕΧΕΙ ΒΓΕΙ ΝΑ ΤΡΕΞΕΙ ΣΤΑ ΛΙΒΑΔΙΑ  ΚΟΝΤΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ, Η ΣΙΣΣΥ ΑΣΧΟΛΕΙΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΠΤΥΧΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΤΟΝ ΠΑΛΑΙΑΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΗ ΤΗΣ, Ο ΜΑΞΙΜΟΣ ΚΑΝΕΙ ΠΕΙΡΑΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΚΟΥΖΙΝΑ, Η ΡΙΑ ΚΑΝΕΙ CHAT ΑΠΟ ΤΟ ΚΙΝΗΤΟ ΤΗΣ ΚΑΙ ΤΗ ΛΙΑ ΚΟΙΜΑΤΑΙ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΚΑΙΡΟΥ , ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΠΟΥ Η ΑΔΕΡΦΗ ΤΗΣ ΤΗΝ ΤΡΑΒΑΕΙ ΑΠΟ ΤΑ ΠΟΔΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΞΥΠΝΗΣΕΙ.  ΕΧΟΥΝ ΓΑΜΟ ΣΗΜΕΡΑ. ΠΑΝΤΡΕΥΕΤΑΙ Η ΞΑΔΕΡΦΗ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΑΝΕ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΗ ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥΣ ΓΙΑ ΝΑ ΨΩΝΙΣΟΥΝ ΕΠΙΣΗΜΟ ΕΝΔΥΜΑ.

ΖΕΤΑ (αφήγηση):
Δεν θα πω ψέματα. Οι αφηγήσεις και οι απαγγελίες μου φαίνονται τελείως ξενέρωτες και βαρετές. Ιδίως, όταν πρέπει να σκεφτώ εγώ η ίδια τι θα πω. Συνήθως κάνω σαρδάμ και η αδερφή μου τα καταγράφει επίτηδες στο κοτσανολόγιο που έχουμε, επειδή σημειώνω κι εγώ τα δικά της για να την πειράζω. Αυτή τη στιγμή,  κάνω εξυπηρέτηση στον κολλητό μου τον Μάξιμο! Εκείνος αποφάσισε να  γράψει για τη ζωή μας κι εγώ συμφώνησα να την αφηγηθώ. Θα έπαιζε ο ίδιος αυτόν τον ρόλο, αλλά έχει ένα κόμπλεξ με την φωνή του. Είναι λιγάκι ψιλή και πιστεύει πως φέρνει στη Βουγιουκλάκη. Η αλήθεια είναι βέβαια πως για να βρίσκομαι εδώ  μάλλον συμφωνώ, αλλά δεν θα το κάνω θέμα, γιατί ούτε που φαντάζεστε τι θα τραβήξω μετά. Κάθε φορά που θέλει να με εκδικηθεί, έρχεται σπίτι μας, πιάνει το μπουζούκι του αδερφού μου και αρχίζει να τραγουδάει όλο το ελληνικό ρεπερτόριο που γνωρίζει. Κι όχι τίποτα άλλο, δεν ξέρει να παίζει και μπουζούκι. Θα του το έφερνα κολάρο, αλλά μετά θα με κυνηγάνε, τόσο ο μπαμπάς μου που έδωσε  ένα σκασμό λεφτά για να το αγοράσει, όσο και ο αδερφός μου που το λατρεύει. Αφήστε δε, που τελευταία έχει πωρωθεί άγρια. Έμαθε να παίζει το τραγούδι της Τσίλα και έχει χεστεί από την χαρά του.

ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ ΖΕΤΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΙΣΣΥΣ, Ο ΔΕΚΑΤΕΤΡΑΧΡΟΝΟΣ ΑΔΕΡΦΟΣ ΤΟΥΣ ΚΑΘΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΚΑΝΑΠΕ ΚΑΙ ΕΧΕΙ ΞΕΤΙΝΑΞΕΙ ΜΙΑ ΜΕΡΕΝΤΑ, ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΤΡΩΕΙ ΜΕ ΤΟ ΚΟΥΤΑΛΙ ΚΑΙ Η ΣΙΣΣΥ ΠΑΛΕΥΕΙ ΣΤΟΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΗ, ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟΠΟΘΕΤΗΜΕΝΟΣ ΣΕ ΕΝΑ ΤΡΑΠΕΖΑΚΙ ΑΚΡΙΒΩΣ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΤΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ ΚΑΙ ΣΥΝΕΧΩΣ ΒΡΙΖΕΙ ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΠΑΛΙΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΟΛΛΑΕΙ.

ΖΕΤΑ (αφήγηση):
Τα απρόοπτα και τα κουλά στην παρέα μας, είναι σαν τα ριάλιτι σόου στην τηλεόραση. Ξεπετάγονται το ένα μετά το άλλο. Ένα όμως παραμένει κλασική αξία. Το καθημερινό τηλεφώνημα του Μάξιμου στο σπίτι μας. Δεν έχει περάσει ποτέ μέρα που να μην καλέσει για να σχολιάσει κάτι ή να μας πει τα νέα του. Ακόμα κι αν προηγουμένως, ήμασταν μαζί για ώρες. Η μητέρα του έχει κάνει λογαριασμό σε μια εταιρεία τηλεφώνου, που δεν χρεώνει καθόλου τις κλήσεις προς σταθερά και έτσι, του έχει αλλάξει τα φώτα. Παίρνει και ενώ αρχικά  η αδερφή μου βαριέται να ανοίξει το στόμα της να πει έστω μια λέξη, στο τέλος  καταλήγουν να μιλάνε δυο ώρες στο τηλέφωνο έχοντας κουτσομπολέψει τους πάντες και τα πάντα. Αν στις δυο ώρες δεν τους το έκλεινε ο ΟΤΕ, θα μιλούσαν ακόμα. Αλλά εμείς είμαστε γραμμένοι εκεί και αναγκαστικά δεχόμαστε αυτόν τον όρο. Έτσι κι αλλιώς, οικογενειακώς δεν έχουμε πολλά άτομα , με τα οποία ξημεροβραδιαζόμαστε να μιλάμε μαζί τους στο τηλέφωνο. Αυτό γίνεται μόνο με τον Μάξιμο και τη μεγαλύτερη κατά έναν χρόνο αδερφή μου. Γιατί εμένα, ούτε που να με φτύσει. Σπάνια με ζητάει. Είτε είμαι στο σπίτι, είτε δεν είμαι, συνήθως για την αδερφή μου καλεί.

ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ ΤΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ ΧΤΥΠΑΕΙ ΚΑΙ Ο ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΤΡΕΧΕΙ ΝΑ ΤΟ ΠΙΑΣΕΙ ΜΕ ΤΟ ΚΟΥΤΑΛΙ ΣΤΟ ΣΤΟΜΑ.

ΑΧΙΛΛΕΑΣ: Ναι!
ΜΑΞΙΜΟΣ: Γεια σου Αχιλλέα! Ο Μάξιμος είμαι! Τι κάνεις;
ΑΧΙΛΛΕΑΣ: Γεια σου Μάξιμε! Καλά!
ΜΑΞΙΜΟΣ: Απ’ την τελευταία φορά που μιλήσαμε, μου φαίνεται πως η φωνή σου έχει βαρύνει πολύ.
ΑΧΙΛΛΕΑΣ: Είμαι μπουκωμένος!
ΜΑΞΙΜΟΣ: Τέειο κόλπο! Θα το εφαρμόσω κι εγώ. Από την επόμενη φορά, θα κυκλοφορώ συνεχώς με έναν κουνουπιδοκεφτέ στο στόμα, έτσι  για να ακούγομαι πιο μπρουτάλ.
ΑΧΙΛΛΕΑΣ: Κουνουπιδοκεφτέ; Αηδία! Γιατί όχι έναν κανονικό;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Είμαι χορτοφάγος.
ΑΧΙΛΛΕΑΣ: Α ναι, το έλεγαν τις προάλλες οι αδερφές μου και γελούσαν. 
ΜΑΞΙΜΟΣ: Γιατί;
ΑΧΙΛΛΕΑΣ: Μας περιέγραφαν το σκηνικό που είπες της γιαγιάς σου πως είσαι χορτοφάγος και εκείνη σου απάντησε «εντάξει, να σου φτιάξω δυο μπιφτέκια»;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Ναι, δεν το κατάλαβε. Νόμιζε πως είναι γαλλικά.
ΑΧΙΛΛΕΑΣ: Να σου δώσω την αδερφή μου;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Και τις δύο.
ΑΧΙΛΛΕΑΣ: Μόνο η Σίσσυ είναι εδώ, η Ζέτα πήγε στα λιβάδια.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Εγώ τρώω χορταρικά, αυτή βγήκε να βοσκήσει;
ΑΧΙΛΛΕΑΣ: Πήγε να τρέξει.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Γιατί; Την κυνηγάει κανείς; Μη χειρότερα με τέτοιον καιρό. Εντάξει, δώσε μου τη Σίσσυ.
ΑΧΙΛΛΕΑΣ: Σίσσυ!!!!!!!!! (φωνάζει δυνατά) Ο Μάξιμος!!!!!

Η ΣΙΣΣΥ ΣΗΚΩΝΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΗ ΚΑΙ ΕΡΧΕΤΑΙ ΣΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ

ΣΙΣΣΥ: Βρε ούφο, έκανες το τηλέφωνο μες τη μερέντα.
ΑΧΙΛΛΕΑΣ: Ουπς, δεν το ‘θελα.
ΣΙΣΣΥ: Ναι αλλά με βάζεις σε πειρασμό τώρα. Να το σκουπίσω ή να το γλείψω; Τέλος πάντων! Ναι.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Πάλι μασουλάει ο αδερφός σου;
ΣΙΣΣΥ: Και πού είσαι ακόμα. Από το πρωί που έχει σηκωθεί, έχει φάει όλον τον τόπο. Αν το σπίτι ήταν φτιαγμένο από ζάχαρη, τώρα θα ήμασταν άστεγοι.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Σε βρίσκω κάπως υπερβολική και τις κουβέντες σου βαριές.
ΣΙΣΣΥ: Τι λες χρυσέ μου; Οι κουβέντες μου μπροστά στην κοιλιά του Αχιλλέα, είναι φτερό στον άνεμο.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Εντάξει μωρέ, μην ανησυχείτε. Είναι ακόμα στην ανάπτυξη το παιδί. Θα το πάρει όλο σε μπόι.
ΣΙΣΣΥ: Όλο αυτό σε μπόι; Αποκλείεται! Εκτός αν γίνει σαν τον Φασούλα.

ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ ΛΙΑΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙ ΠΑΝΙΚΟΣ. Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΗΣ ΚΑΙ Η ΑΔΕΡΦΗ ΤΗΣ ΤΗΝ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΝ ΝΑ ΣΗΚΩΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΚΡΕΒΑΤΙ ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΤΕΒΟΥΝ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΚΑΙ ΕΚΕΙΝΗ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΝΑ ΚΟΙΜΑΤΑΙ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΚΑΙΡΟΥ. Η ΕΙΡΗΝΗ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΠΑΝΩ ΤΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙ ΝΑ ΤΗΝ ΞΥΠΝΗΣΕΙ ΜΕ ΚΑΘΕ ΤΡΟΠΟ ΑΛΛΑ Η ΛΙΑ ΔΕΝ ΤΗΣ ΔΙΝΕΙ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΣΗΜΑΣΙΑ.

ΖΕΤΑ (αφήγηση):
Σε μία άλλη γειτονιά της όμορφης Σύρου, κάποια την έχει πλακώσει το πάπλωμα και οι δικοί της, δεν ξέρουν τι να άλλο να κάνουν για να καταφέρουν επιτέλους να την κουνήσουν από το κρεβάτι.

ΕΥΤΥΧΙΑ: Τι γίνεται; Σηκώθηκε;
ΕΙΡΗΝΗ: Όχι, δεν ξυπνάει με τίποτα.
ΕΥΤΥΧΙΑ: Αυτό το κορίτσι πια, από το σχολείο έτσι ήταν. Μετά την πρώτη ώρα ξυπνούσε και όταν ο δάσκαλος της ζητούσε να πει μάθημα, εκείνη έλεγε το όνειρο που είδε προηγουμένως.
ΕΙΡΗΝΗ: Να καλέσω έναν γερανό από το Νεώριο για να την πάρουμε σηκωτή; Αλλιώς δεν πρόκειται.
ΕΥΤΥΧΙΑ: Ντροπή Ειρήνη, να μιλάς έτσι για την αδερφή σου! Κάνε άλλη μια προσπάθεια εσύ και εγώ πάω να τηλεφωνήσω στο μπαμπά σου.

Η ΕΙΡΗΝΗ ΜΠΑΙΝΕΙ ΞΑΝΑ ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΗΣ ΑΔΕΡΦΗΣ ΤΗΣ ΚΑΙ ΠΗΓΑΙΝΕΙ ΔΙΠΛΑ ΤΗΣ.
 
ΕΙΡΗΝΗ: Σήκω! Λία, σήκω!
ΛΙΑ: Φύγε από πάνω μου τώρα που βλέπω καλό όνειρο, γιατί θα σε πλακώσω.
ΕΙΡΗΝΗ: Πρέπει να φύγουμε! Σήκω!( λέει και της τραβάει το πάπλωμα)
ΛΙΑ: Γιατί; Πού θα πάμε;
ΕΙΡΗΝΗ: Είναι ο γάμος της Χριστίνας σήμερα!
ΛΙΑ: Και τον κάνουν με την τσίμπλα στο μάτι;
ΕΙΡΗΝΗ: Όχι, το απόγευμα είναι ο γάμος. Τώρα θα πάμε με τη μαμά να αγοράσουμε φόρεμα. Δεν θα ‘ρθεις;
ΛΙΑ: Όχι, παράτα με!
ΕΙΡΗΝΗ: Και τι θα φορέσεις στο γάμο;
ΛΙΑ: Το άσπρο μου κομπινεζόν.
ΕΙΡΗΝΗ: Μα η νύφη θα φοράει άσπρα.
ΛΙΑ: Ειρήνη χέσε μας. Διαλέξτε μου εσείς ένα φόρεμα. Ό,τι να ‘ναι, αρκεί ριχτό να ‘ναι.

Η ΕΙΡΗΝΗ ΕΚΝΕΥΡΙΖΕΤΑΙ ΚΑΙ ΒΓΑΙΝΕΙ ΤΣΑΤΙΣΜΕΝΗ ΑΠΟ ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ. ΠΗΓΑΙΝΕΙ ΣΤΟ ΜΠΑΝΙΟ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΛΙΓΑ ΔΕΥΤΕΡΟΛΕΠΤΑ ΒΓΑΙΝΕΙ ΑΠΟ ΚΕΙ ΜΕ ΕΝΑΝ ΚΟΥΒΑ ΓΕΜΑΤΟ ΝΕΡΟ.

ΕΥΤΥΧΙΑ: Ειρήνη, στάσου! Πού πας τον κουβά; Το μεσημέρι σου είπα να σφουγγαρίσεις λίγο τις σκάλες, όχι τώρα.
ΕΙΡΗΝΗ: Η Λία δεν ξυπνάει με τίποτα.
ΕΥΤΥΧΙΑ: Και θα της ρίξεις στο πρόσωπο όλη την αφαλάτωση; Να την ξυπνήσεις θέλεις ή να την πνίξεις; Άσε κι έχω εγώ τον τρόπο να σηκωθεί.

ΜΠΑΙΝΟΥΝ ΚΑΙ ΟΙ ΔΥΟ ΜΑΖΙ ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ.

ΕΥΤΥΧΙΑ: Λία σήκω!
ΛΙΑ: Άλλη από κει! Αφήστε με ήσυχη! Το είπα και στην Ειρήνη. Δεν θα έρθω.
ΕΥΤΥΧΙΑ: Ήρθε το παιδί και σε περιμένει κάτω.

Η ΛΙΑ ΠΕΤΑΕΙ ΤΟ ΠΑΠΛΩΜΑ ΑΠΟ ΠΑΝΩ ΤΗΣ ΚΑΙ ΣΗΚΩΝΕΙ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΤΗΣ ΑΠΟ ΤΟ ΜΑΞΙΛΑΡΙ.

ΛΙΑ: Είναι ο Μάξιμος εδώ;
ΕΥΤΥΧΙΑ: Ναι και φαίνεται πολύ προβληματισμένος Θα τον αφήσεις να περιμένει με τις ώρες;
ΛΙΑ: Όχι, όχι! (λέει και πετάγεται από το κρεβάτι). Πείτε του ότι ντύνομαι γρήγορα και κατεβαίνω.
ΕΥΤΥΧΙΑ: Εντάξει!

Η ΜΑΜΑ ΤΗΣ ΚΛΕΙΝΕΙ ΤΟ ΜΑΤΙ ΣΤΗΝ ΑΔΕΡΦΗ ΤΗΣ ΣΑΝ ΕΝΔΕΙΞΗ ΟΤΙ ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΑΝ ΚΑΙ ΒΓΑΙΝΟΥΝ ΑΠΟ ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ.

ΖΕΤΑ (αφήγηση):
Η Λία αγαπάει πολύ τον Μάξιμο! Πεθαίνει για αυτόν! Και το ίδιο κάνει και ο Μάξιμος για τη Λία. Είναι μαζί από πέντε χρονών. Στην ουσία,  μεγάλωσαν ο ένας δίπλα στον άλλον. Δε μένουν πολύ κοντά, αλλά το σπίτι της γιαγιάς του Μάξιμου είναι στην ίδια γειτονιά με το σπίτι της Λίας και έτσι χειμώνα καλοκαίρι εκείνος δεν ξεκολλούσε από κει. Τόσο από την αγάπη του για τη γιαγιά Γιασεμώ, όσο και από την αγάπη του, για την καρδιακή του φίλη. Σε όλα τα καλά και τα κακά της ζωής τους είναι πάντα μαζί, ο ένας στέκεται στο πλάι του άλλου και τον στηρίζει. Και όταν συμβεί κάτι σε κάποιον απ’ τους δύο και ζητήσει βοήθεια, ο άλλος τσακίζεται να τρέξει στο πλευρό του. Αυτό συμβαίνει πάνω από δεκαέξι χρόνια και όμως πολλοί, ακόμα δεν το καταλαβαίνουν και κάνουν πλάκα με αυτό.

Η ΛΙΑ ΚΑΤΕΒΑΙΝΕΙ ΜΕ ΛΑΧΤΑΡΑ ΤΙΣ ΣΚΑΛΕΣ ΤΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ ΤΗΣ, ΚΟΙΤΑΖΕΙ ΓΥΡΩ ΤΗΣ ΟΛΗ ΤΗΝ ΚΟΥΖΙΝΑ ΚΑΙ ΤΟ ΧΟΛ ΚΑΙ ΔΕ ΒΛΕΠΕΙ ΠΟΥΘΕΝΑ ΤΟΝ ΑΝΤΩΝΗ.

ΛΙΑ: Πού είναι ο Μάξιμος;
ΕΙΡΗΝΗ: Αν δεν στο λέγαμε αυτό, ακόμη θα κοιμόσουν!
ΕΥΤΥΧΙΑ: Έλα πάμε τώρα, γιατί πρέπει να αλλάξω και τακούνι στις γόβες μου. Δεν θα προλάβουμε!
ΛΙΑ: Εντάξει!  λέει απογοητευμένη.
ΕΙΡΗΝΗ: Μαμά, τι ώρα θα έρθει ο κομμωτής;
ΕΥΤΥΧΙΑ: Στις τέσσερις. Να έχετε λουστεί, μην περιμένει ο άνθρωπος. Εσένα Λία, τελικά η Ζέτα θα σε βάψει;
ΛΙΑ: Ναι, έτσι κανονίσαμε εχτές.
ΕΥΤΥΧΙΑ: Δεν παίρνεις να το σιγουρέψετε;
ΛΙΑ: Πω πω άγχος, ούτε εγώ να παντρευόμουν.
ΕΥΤΥΧΙΑ: Θα γίνει κι αυτό κάποτε. Τώρα κάνουμε πρόβα.
ΛΙΑ: Και στην πρόβα θα μείνουμε. Γιατί αν περιμένεις πρεμιέρα, με την χαρά θα μείνεις.

ΖΕΤΑ (αφήγηση):
Η Λία από τότε που χώρισε με τον Γιάννη, το μεγάλο της έρωτα που είχαν σχέση για πέντε σχεδόν χρόνια, έχει γίνει αυτό που λέμε «κατά του γάμου». Πώς κι έτσι; Όταν τα παιδιά ήταν μαζί, ο δεσμός τους, μέρα με τη μέρα γινόταν όλο και πιο σοβαρός και οι οικογένειες τους γνωρίστηκαν καλύτερα και ήρθαν πιο κοντά. Ο ένας έμπαινε στο σπίτι του άλλου σα να είναι αρραβωνιασμένοι, όλο το νησί άρχισε να συζητάει και να έχει σα δεδομένο πως σε λίγο καιρό θα φάμε κουφέτα και εμείς ήμασταν σε πανικό γιατί δεν ξέραμε αν προλαβαίνουμε να ραφτούμε. Ήταν ξεκάθαρο πως το πράγμα πήγαινε κατά κει και πως η μόνη κατάληξη αυτού του θυελλώδους έρωτα τον οποίο ζούσαμε κανονικά κι εμείς μαζί με την φίλη μας, ήταν ο γάμος. Όμως μετά από τόσα χρόνια που ήταν μαζί, τσίνησαν και ο γαμπρός και η νύφη, με αποτέλεσμα ο γάμος να πάει για βρούβες και εμείς να μείνουμε με τη μεζούρα στο χέρι. Ποιοι ήταν οι λόγοι; Δεν είναι της παρούσης τώρα, όμως κάποια στιγμή θα αναφερθούμε σε αυτό. Η ουσία είναι πως η Λία μετά από αυτόν τον χωρισμό, ξανάνιωσε, έγινε και πάλι ελεύθερη, κανείς δε μπορεί τώρα να της πει τίποτα και να της βάλει φρένα στις επιθυμίες της και γενικότερα μετά από τόσο καιρό που ήταν ζευγαρωμένη, κάνει τώρα την επανάσταση της. Και μια από τις πολλές αρχές που τη διακατέχουν είναι «όχι στο γάμο, για τα επόμενα δέκα χρόνια. Τουλάχιστον». Τώρα, αν έχει ξεπεράσει το Γιάννη; Είναι κι αυτό μεγάλο θέμα. Πάντα υπάρχει στο μυαλό της. Μπορεί να βρίσκεται σε κάποια μικρή και σκονισμένη γωνίτσα, αλλά υπάρχει. Όπως στο Sex and the City η Κάρι είχε τον κύριο Big, έτσι και εδώ η Λία έχει τον Γιάννη. Big είναι κι αυτός, αλλά όχι στην ηλικία. Κάπου αλλού.

Η ΛΙΑ ΒΓΑΖΕΙ ΤΟ ΚΙΝΗΤΟ ΤΗΣ ΚΑΙ ΚΑΛΕΙ ΕΝΑΝ ΑΡΙΘΜΟ.

ΕΥΤΥΧΙΑ: Ποιον παίρνεις;
ΛΙΑ: Την Ζέτα δεν είπαμε;
ΕΥΤΥΧΙΑ: Α ναι! Τι γίνεται;
ΛΙΑ: Δεν ξέρω, δεν το πιάνει. Πού να είναι κι αυτή τέτοια ώρα;

ΒΛΕΠΟΥΜΕ ΤΗΝ ΖΕΤΑ ΝΑ ΤΡΕΧΕΙ ΣΤΗΝ ΕΞΟΧΗ, ΑΚΟΥΓΟΝΤΑΣ ΜΟΥΣΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟ ΜP3 ΤΗΣ.


ΖΕΤΑ (αφήγηση):
Πού να ‘μια καλέ; Δεν τα είπαμε; Στην εξοχή και τρέχω. Έχω κι εγώ τα δικά μου προβλήματα και ξεσπάω κάνοντας διάφορες δραστηριότητες. Παλαιότερα είχα την πεζοπορία και από ό,τι βλέπω τώρα στην τηλεόραση, το Mega με αντέγραψε. Γι’ αυτό, αποφάσισα τον τελευταίο καιρό να το ρίξω στο τρέξιμο, μήπως και ξεχαστώ λιγάκι. Μήπως και οι έγνοιες μου με αφήσουν μόνη για ένα μικρό χρονικό διάστημα. Τι έγνοιες έχω; Δεν θα μου άρεσε να μιλήσω για τον εαυτό μου! Αυτό, το αφήνω στους άλλους τους κουτσομπόληδες, που σίγουρα θα το εμπλουτίσουν και με πολλά πικάντικα σχόλια. Βάζω το χέρι μου στην φωτιά.

ΞΑΝΑΓΥΡΙΖΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΤΗΛΕΦΩΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΗ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΙΣΣΥΣ.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Τι μου είπε ο αδερφός σου; Η Ζέτα βγήκε να τρέξει στους αγρούς;
ΣΙΣΣΥ: Ναι η κατσίκα. Πήρε και το mp3 μαζί της, οπότε σε δυο-τρεις ώρες που θα της τελειώσει η μπαταρία, θα είναι πίσω.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Γιατί , τι έχει;
ΣΙΣΣΥ: Πάκια! Τι να ‘χει χρυσό μου; Ο κόσμος γιατί πηγαίνει να γυμναστεί;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Έλα μου ντε! Αυτό ακόμη δεν το 'χω καταλάβει. 
ΣΙΣΣΥ: Άσε μας, καλέ. Κι εσύ θέλεις να πας γυμναστήριο, αλλά βαριέσαι.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Ακριβώς! Αν είχα όμως παρέα, θα πήγαινα. Έτσι, κάποιον να συζητάμε, να μου δίνει τα βαράκια…
ΣΙΣΣΥ: Να σου πιάνει το νεφρό απ’ το πάτωμα…
ΜΑΞΙΜΟΣ: Έλα άσε τις βλακείες και πάμε μαζί στο γυμναστήριο.
ΣΙΣΣΥ: Τι λες χρυσέ μου; Θα παρατήσω την πρακτική μου για να έρθω στο γυμναστήριο να σου δίνω τα βαράκια;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Όχι μόνο! Θα γυμναστείς κι εσύ. Το χρειάζεσαι.
ΣΙΣΣΥ: Γιατί; Τι έχω;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Πάκια! Θα το ξαναπάρουμε απ’ την αρχή;
ΣΙΣΣΥ: Δε γίνεται! Πάρε την αδερφή μου που δεν έχει να κάνει τίποτα όλη μέρα.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Μήπως για αυτό είναι λιγάκι στεναχωρημένη; Που ψάχνει δουλειά και δε βρίσκει;
ΣΙΣΣΥ: Και γι’ αυτό. Όλα μαζί της ήρθαν της κοπελιάς.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Έχεις δίκιο! Όλοι της οι φίλοι πέρασαν κάπου και εκείνη έμεινε εδώ, ο μεγάλος της έρωτας από το σχολείο έμεινε ανεκπλήρωτος γιατί η τσούλα η κολλητή της τα έφτιαξε μαζί του και μέσα σε όλα, αφήσατε και το σπίτι στο οποίο μένατε τόσα χρόνια και αγαπούσε για να μετακομίσετε εκεί που είστε τώρα.
ΣΙΣΣΥ: Γραμμένα τα ‘χεις; Τι ωραία που τα είπες.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Σε ευχαριστώ! Μου βγήκαν αυθόρμητα!
ΣΙΣΣΥ: Άσε! Κι εγώ δεν έχω χωνέψει ακόμα τη μετακόμιση.
ΑΧΙΛΛΕΑΣ: Ούτε εγώ!
ΣΙΣΣΥ: Γιατί καλέ, εσύ προλαβαίνεις να χωνέψεις κάτι; Τι να πρωτοχωνέχεις δηλαδή; Τη μετακόμιση ή το ένα κιλό μερέντα που τσάκισες; Μην πετάγεσαι και άντε να κάνεις καμιά πλύση στομάχου!
ΜΑΞΙΜΟΣ: Αισθάνομαι κι εγώ άσχημα!
ΣΙΣΣΥ: Γιατί; Κι εσύ παράφαγες;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Έχω τύψεις. Σκέφτομαι πως αν δεν κάναμε τους ντετέκτιβ εγώ και η Ρία, η Ζέτα δεν θα είχε μάθει ποτέ πως αυτό το φίδι η Νίνα, παίρνεται με το Γιώργο.

ΖΕΤΑ (αφήγηση):
Έχει δίκιο σε αυτό που λέει ο Μάξιμος. Αν δεν ήταν εκείνος και η Ρία, θα συνέχιζα να είμαι στην άγνοια και να τρώω κουτόχορτο. Όμως, δεν πρέπει να νιώθουν τύψεις, γιατί μου άνοιξαν τα μάτια. Καλά μου τα έλεγαν τόσο καιρό, απλά εγώ δεν ήθελα να τους πιστέψω. Έτσι αποφάσισαν να πάρουν μόνοι τους πιο δραστικά μέτρα και με τις αποκαλύψεις τους, κατάφεραν να με κάνουν να ξεκολλήσω. Εντάξει, όχι τελείως, αλλά είμαι σε καλό δρόμο. Τώρα όμως, σε ποιο δρόμο είμαι; Λαμία κοντεύω να φτάσω.

Ο ΜΑΞΙΜΟΣ ΚΑΙ Η ΡΙΑ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΕ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΜΗΧΑΝΗ ΣΤΟ ΧΕΡΙ ΚΑΙ ΚΙΑΛΙΑ.

ΡΙΑ: Μάξιμε, αυτό που κάνουμε δεν είναι σωστό.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Που προσπαθούμε να ξεσκεπάσουμε ένα γουρούνι;
ΡΙΑ: Που κατασκοπεύουμε τον ίδιο και το σπίτι του.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Καλά κάνουμε. Αυτή τη στιγμή φροντίζουμε για το καλό της φίλης μας.
ΡΙΑ: Και πρώτης μου ξαδέρφης!
ΜΑΞΙΜΟΣ: Και πρώτης σου ξαδέρφης βεβαίως, βεβαίως! Δεν το ξεχνάμε αυτό!
ΡΙΑ: Ναι, αλλά είναι παράνομη η παρακολούθηση. Αν μας πιάσει η αστυνομία, θα μας χώσουν μέσα.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Πού να βρεθούν οι αστυνομικοί, καλή μου, εδώ πέρα; Τέτοια ώρα, όλοι θα είναι στην πόλη και θα κόβουν κλήσεις.
ΡΙΑ: Σωστά! Την ψηφιακή, γιατί την πήρες μαζί σου;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Τώρα δεν μου την πήραν δώρο οι γονείς μου; Ε, την έφερα να την εγκαινιάσω.
ΡΙΑ: Τραβώντας το Γιώργο με την υποτιθέμενη γκόμενα του; Πάμε στο σπίτι, να την εγκαινιάσεις φωτογραφίζοντας εμένα τόπλες.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Δεν είναι υποτιθέμενη η γκόμενα, αγάπη μου! Υπάρχει στα αλήθεια. Κόβω το κεφάλι μου!
ΡΙΑ: Κόψε και το πουλί σου. Αρκεί να μης μας μπλέξεις.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Αν δεν νταραβερίζεται με κάποια, τότε γιατί δεν κάθεται στο κορίτσι μας που λιώνει για αυτόν; Σου λέω, κάτι παράξενο παίζει εδώ.
ΡΙΑ: Κι εμείς θέλουμε ανθρώπους, που δε μας θέλουν, αλλά αυτό δε σημαίνει πως πρέπει να στοιχειώνουμε αυτούς και τα πρόσωπα που είναι μαζί τους.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Όχι βέβαια. Αλλά αυτή η περίπτωση είναι διαφορετική. Εμάς, ούτε που να μας χέσουν οι δικοί μας. Ο Γιώργος όμως είχε δώσει ελπίδες στο Ζετάκι και της είχε δείξει ότι ενδιαφέρεται. Γιατί ξαφνικά την έγραψε τελείως και τώρα κάνει σα να μην την ξέρει;
ΡΙΑ: Έχεις δίκιο! Αυτή είναι μεγαλύτερη μαλακία ακόμα κι από κείνη που δέρνει τους δικούς μας έρωτες χωρίς ανταπόκριση. Όμως, αφού δεν καίγεται η ίδια για το όλο θέμα, γιατί ασχολούμαστε εμείς;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Θες να σου απαντήσω, ή θα το βρεις μόνη σου;
ΡΙΑ: Γιατί την αγαπάμε.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Ακριβώς!
ΡΙΑ: Δεν θα εκνευριστεί όμως όταν μάθει πως κάναμε αυτή την κατινιά;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Αν η υπόθεση αποδειχτεί φιάσκο και δε βγάλουμε κανένα λαβράκι, δεν χρειάζεται να το μάθει. Αν όμως αποδειχτεί ότι είχαμε δίκιο, είναι σωστό να την αφήσουμε στο σκοτάδι;
ΡΙΑ: Και πώς είσαι τόσο σίγουρος;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Τον έχω παρατηρήσει εγώ πως συμπεριφέρεται όταν μιλάει στην Ζέτα αλλά και γενικότερα. Είναι νευρικός, περίεργος, ρίχνει συνέχεια λοξές ματιές, φαίνεται πως κρύβει κάτι.
ΡΙΑ: Βουλωμένο γράμμα διαβάζεις. Αχ!
ΜΑΞΙΜΟΣ: Τι έπαθες;
ΡΙΑ: Έχω σφηνώσει στο θάμνο και δε μπορώ να βγω.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Δεν πειράζει, μια χαρά είσαι εκεί. Δεν φαίνεσαι κιόλας. Μόνο μη μιλάς.
ΡΙΑ: Κι αν συμβεί τίποτα;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Θα ξεριζώσω εγώ όλον τον θάμνο, μην ανησυχείς! Δεν θα σε αφήσω εκεί. (λέει και κοιτάζει με τα κιάλια). Όπα!
ΡΙΑ: Τι; 
ΜΑΞΙΜΟΣ: Χριστέ μου!
ΡΙΑ: Τι; Είναι κανένα φίδι μέσα στον θάμνο; Το ‘ξερα η ρουφιάνα.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Όχι, κάνε ησυχία. Ο Γιώργος βγήκε από το σπίτι του.
ΡΙΑ: Και; Ξεβράκωτος είναι;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Βγήκε  για να ανοίξει την καγκελόπορτα σε μια κοπέλα που μόλις έφτασε. Και δεν θα πιστέψεις με τίποτα ποια είναι.
ΡΙΑ: Με τρομάζεις! Ποια είναι;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Δεν θα το βρεις!
ΡΙΑ: Η Σίσσυ!
ΜΑΞΙΜΟΣ: Ο Χριστός κι Απόστολος Τότσικας. Είπαμ, είναι λιγάκι κουφό, αλλά όχι και επιστημονική φαντασία.
ΡΙΑ: Είμαι ταραγμένη και δεν ξέρω τι λέω. Θα μου πεις ποια είναι η σκρόφα;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Η Νίνα!
ΡΙΑ: Ποια Νίνα; Η κολλητή της;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Όχι, η Νίνα Λοτσάρη! Η κολλητή της βέβαια! Κολλητή της, που λέει ο λόγος. Γιατί αυτή δεν είναι κολλητή, το Κολλητήρι του Καραγκιόζη είναι. Το ήξερα ότι δεν είναι σόι.
ΡΙΑ: Κι αυτό το ήξερες; Ξερόλα!
ΜΑΞΙΜΟΣ: Αφού φαινόταν πως είναι ζηλιάρα και υποχθόνια. Μπαμ έκανε, από το βλέμμα της και μόνο! Και υποτίθεται πως τόσο καιρό τη συμβούλευε και της συμπαραστεκόταν.
ΡΙΑ: Τι κάνουν τώρα;
ΜΑΞΙΜΟΣ:
Φιλιούνται, αγκαλιάζονται!
ΡΙΑ: Ωραία, πάμε να φύγουμε!
ΜΑΞΙΜΟΣ: Τι, έτσι; Χωρίς μια καρτ- ποστάλ για αναμνηστικό; Δεν είσαι καλά! (λέει και βγάζει την φωτογραφική του από την τσάντα του).
ΡΙΑ: Τι κάνεις εκεί;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Το Μαυρομουστακάκη! (κάνει ζουμ με την ψηφιακή και αφού κεντράρει καλά). Αυτό είναι, θαύμα! (πατάει το κουμπί, βγάζει την φωτογραφία και αστράφτει όλος ο τόπος από το φλας).

Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΙ Η ΝΙΝΑ ΤΟ ΒΛΕΠΟΥΝ, ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΟΥΝ ΟΤΙ ΚΑΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΚΕΙ ΠΕΡΑ ΚΑΙ ΚΟΙΤΑΖΟΥΝ ΑΜΕΣΩΣ ΠΡΟΣ ΤΑ ΚΕΙ.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Ωχ, την πατήσαμε!
ΡΙΑ: Τι έγινε;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Δεν είχα υπολογίσει το φλας και μας πήραν χαμπάρι!
ΡΙΑ: Ε, αφού είσαι μαλάκας!!!

Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΙ Η ΝΙΝΑ ΑΡΧΙΖΟΥΝ ΝΑ ΠΛΗΣΙΑΖΟΥΝ ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΕΡΟΣ ΤΟΥΣ.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Παναγιά μου! Έρχονται προς τα δω.
ΡΙΑ: Πλάκα μου κάνεις!
ΜΑΞΙΜΟΣ: Όχι, πάμε να φύγουμε!
ΡΙΑ: Πώς να φύγουμε, ρε; Έχω σφηνώσει, σου λέω. Βγάλε με γρήγορα! Τσακίσου, γρήγορα!

ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΑΣΥΝΗ ΚΑΙ ΤΟ ΑΓΧΟΣ ΝΑ ΕΛΕΥΘΕΡΩΣΕΙ ΤΗ ΡΙΑ, Ο ΜΑΞΙΜΟΣ ΜΠΛΕΚΕΙ ΤΟ ΑΡΙΣΤΕΡΟ ΤΟΥ ΧΕΡΙ ΤΟΥ ΣΕ ΕΝΑ ΚΛΑΔΙ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΤΟΥ ΝΑ ΤΟ ΒΓΑΛΕΙ ΣΧΙΖΕΙ ΕΝΑ ΜΑΥΡΟ ΠΕΤΣΙΝΟ ΠΟΥ ΦΟΡΟΥΣΕ ΚΑΙ ΠΕΦΤΕΙ ΚΑΤΩ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΤΟ ΔΕΙ. ΕΥΤΥΧΩΣ, ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΟΛΑ ΠΑΝΕ ΚΑΛΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΦΕΡΝΕΙ ΝΑ ΒΓΑΛΕΙ ΤΗΝ ΦΙΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΜΝΟ.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Ουφ, επιτέλους! Έλα, είσαι καλά;
ΡΙΑ: Μπορεί να μου έχει μπει κανένα κλαδί στον κώλο, αλλά σε γενικές γραμμές καλά είμαι. Πάμε να φύγουμε γρήγορα!!!
ΜΑΞΙΜΟΣ: Πάμε! (λένε και φεύγουν τρέχοντας).

ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΛΙΓΑ ΔΕΥΤΕΡΟΛΕΠΤΑ, Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΕ ΤΗ ΝΙΝΑ ΦΤΑΝΟΥΝ ΕΚΕΙ ΚΑΙ ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΝ ΝΑ ΕΞΗΓΗΣΟΥΝ ΤΙ ΗΤΑΝ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΕΙΔΑΝ.

ΓΙΩΡΓΟΣ: Κάποιοι ήταν εδώ και μάλιστα μας τράβηξαν φωτογραφία την ώρα που φιλιόμασταν.
ΝΙΝΑ: Ποιος μπορεί να ήταν; Η Ζέτα;
ΓΙΩΡΓΟΣ: Αποκλείεται! Και γιατί να φύγει τρέχοντας; Δεν θα είχε μείνει εδώ να γίνουμε μύλος ομαδικώς; Κάποιοι άλλοι ήταν, που δουλεύουν όμως για την Ζέτα. Πώς θα μάθουμε ποιοι ήταν;

Η ΝΙΝΑ ΒΛΕΠΕΙ ΤΟ ΠΕΤΣΙΝΟ ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΗ ΚΑΙ ΤΟ ΠΙΑΝΕΙ ΑΠΟ ΚΑΤΩ.

ΝΙΝΑ: Το μάθαμε ήδη! (λέει και του το δείχνει).
ΓΙΩΡΓΟΣ: Ποιανού είναι αυτό;
ΝΙΝΑ: Αυτής της αδερφάρας, του Μάξιμου!
ΓΙΩΡΓΟΣ: Του φίλου της;
ΝΙΝΑ: Ναι! Τον έχω δει πολλές φορές να το φοράει στο χέρι του!
ΓΙΩΡΓΟΣ: Αυτόν ποτέ μου δεν το συμπάθησα. Μου κάθεται στο λαιμό.
ΝΙΝΑ: Ναι, χώνεται παντού!
ΓΙΩΡΓΟΣ: Τώρα όμως θα μάθει να μην ανακατεύεται σε ξένες υποθέσεις, γιατί αυτό δεν βγαίνει πάντα σε καλό!
ΝΙΝΑ: Έτσι σε θέλω! Εκδικητικό! (τον φιλάει).

ΖΕΤΑ (αφήγηση):
Μέσα σε λίγα λεπτά, κινητοποιήθηκαν όλοι οι καλοί μου φίλοι που με αγαπάνε πραγματικά και άρχισαν να σχεδιάζουν τον τρόπο με τον οποίο θα μου αποκαλύψουν την πικρή αλήθεια, χωρίς φυσικά να πάθω εγκεφαλικό.

Ο ΜΑΞΙΜΟΣ ΚΑΙ Η ΡΙΑ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ, ΣΤΟ ΧΟΛ ΜΠΡΟΣΤΑ ΑΚΡΙΒΩΣ ΑΠΟ ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ ΚΑΙ ΚΑΝΟΝΙΖΟΥΝ ΤΙΣ ΕΠΟΜΕΝΕΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΤΟΥΣ.

ΡΙΑ: Είσαι σοβαρός αγόρι μου; Θα πάμε τέτοια ώρα στο σπίτι των κοριτσιών;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Δε μπορούμε να κάνουμε αλλιώς. Πρέπει να ενημερώσουμε απόψε κιόλας την Ζέτα, γιατί δεν ξέρεις μέχρι αύριο τι μπορεί να της πουν τα καθίκια για να της ρίξουν στάχτη στα μάτια.
ΡΙΑ: Μα είναι έντεκα! Θα φωνάζει και η γιαγιά μου!
ΜΑΞΙΜΟΣ: Ρία δε μας χέζεις; Εδώ ο κόσμος καίγεται, τι θα πουν οι παππούδες σου σε απασχολεί;

ΖΕΤΑ (αφήγηση):
Οι γονείς της ξαδέρφης μου χώρισαν όταν εκείνη ήταν έντεκα χρονών. Τα πράγματα ήταν κάπως σοβαρά, αλλά μετά από πολλά λόγια και αρκετούς διακανονισμούς, αποφάσισαν από κοινού η Ρία να μείνει μαζί με τους γονείς του πατέρα της. Ήταν κάτι που και η ίδια το επιθυμούσε. Στην ουσία μεγάλωσε κοντά στον παππού και τη γιαγιά της, οι οποίοι της στάθηκαν σαν δεύτεροι γονείς. Έτσι έμαθε να τους υπολογίζει, να τους ακούει και ενίοτε να τους φοβάται όταν έβαζαν τελεσίγραφο για διάφορα πράγματα, όπως για παράδειγμα τι ώρα θα μαζευτεί σπίτι. Μέχρι και σήμερα, η γιαγιά της την περιμένει πίσω από την πόρτα με το νυχτικό.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΕΒΑΤΟΚΑΜΑΡΑ ΑΚΟΥΓΕΤΑΙ Η ΜΑΜΑ ΤΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ, Η ΟΠΟΙΑ ΚΑΘΕΤΑΙ ΣΤΟ ΚΡΕΒΑΤΙ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΝ ΑΔΕΡΦΟ ΤΟΥ, ΤΟΝ ΕΚΤΟΡΑ.

ΚΑΛΛΙΟΠΗ: Μάξιμε, έχουμε πάρεει σουβλάκια με τον Έκτορα. Ελάτε με τη Ρία, να πάρετε ένα καλαμάκι μη σας μυρίζει.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Πόσες φορές θα το πω; Είμαι χορτοφάγος! Θα το καταλάβετε επιτέλους, ή να το κάνω τατουάζ στο μέτωπο; 
ΚΑΛΛΙΟΠΗ: Συγγνώμη! Έστω καμιά πατατούλα; Ρία μου έλα να πάρεις μια πατατούλα που είναι ωραία!
ΜΑΞΙΜΟΣ: Καλό! Το άλλο με τον Τοτό το ξέρεις;
ΡΙΑ: Σταμάτα βρε να κοροϊδεύεις τη γυναίκα. Είναι ευγενική, όχι σαν κι εσένα. Σας ευχαριστώ πολύ κυρία Καλλιόπη, αλλά έχω φάει.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Ναι, ένα μαρούλι στις 7. Μην στομαχιάσουμε και μετά έχουμε εμετούλη.
ΡΙΑ: Δεν σε χτύπησε ο Γιώργος προηγουμένως, μήπως θέλεις να σε χτυπήσω εγώ τώρα;

Ο ΜΑΞΙΜΟΣ ΠΙΑΝΕΙ ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ ΚΑΙ ΚΑΛΕΙ ΕΝΑΝ ΑΡΙΘΜΟ.

ΡΙΑ: Ποιον παίρνεις; Την Ζέτα; Δεν θα χρειαστούμε δηλαδή να πάμε εκεί πάνω;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Όχι, θα πάμε στα Μάλια. Απλά τηλεφωνώ σε αυτόν που θα μας πάει εκεί. Ναι, έλα Λία. Σόρι για το ακατάλληλο της ώρας. Τι κάνεις; Βλέπεις Αϋπνίες; Μη χειρότερα! Άσε την τηλεόραση να παίζει και πέρνα αμέσως από δω. Πρέπει να πάμε στης Ζέτας. Εγώ και η Ρία πριν από λίγο, κατασκοπεύσαμε το Γιώργο και έκπληκτοι είδαμε ποια κανονίζει. Ξέρεις ποια είναι; Δεν σου πάει ο νους. Όχι η Σίσσυ, μα τι έχετε πάθει όλες; Η Νίνα!!! Ναι, η Νίνα. Κατάλαβες ποια Νίνα; Μη νομίζεις κι εσύ τη Λοτσάρη! Α,ωραία. Έφριξες; Τώρα θα φρίξεις περισσότερο. Τους έβγαλα και φωτογραφία ντοκουμέντο την ώρα που δίνουν ένα γλωσσόφιλο. Να δεις μια ανάλυση!!!!

ΕΚΕΙΝΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ ΧΤΥΠΑΕΙ ΤΟ ΚΟΥΔΟΥΝΙ ΚΑΙ Η ΡΙΑ ΑΠΟΡΕΙ.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Άνοιξε! Η Λία είναι!!!

Η ΠΟΡΤΑ ΤΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ ΤΩΝ ΚΟΡΙΤΣΙΩΝ ΧΤΥΠΑΕΙ ΚΑΙ Η ΣΙΣΣΥ ΑΝΟΙΓΕΙ, ΦΟΡΩΝΤΑΣ ΑΣΤΕΙΕΣ ΠΙΤΖΑΜΕΣ ΚΑΙ ΠΑΝΤΟΦΛΕΣ ΖΩΑΚΙΑ.

ΡΙΑ: Άντε καλέ και το δαγκώσαμε τόση ώρα πάνω στη μηχανή!
ΣΙΣΣΥ: Συγγνώμη, τρικάβαλο ήρθατε;
ΡΙΑ: Πώς αλλιώς;
ΣΙΣΣΥ: Και η μηχανή είναι εντάξει; Θα μπορέσετε να φύγετε ή να καλέσω ραδιοταξί;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Τον κακό σου τον καιρό.
ΛΙΑ: Έλα μωρέ, αφού και οι δυο τους είναι τσιλιβιθρόνια.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Τώρα το πρόσεξα. Τι φοράς καλή μου γυναίκα;
ΣΙΣΣΥ: Τις πιτζάμες με τον Γουίνι και τις παντόφλες λιονταράκια.

Ο ΜΑΞΙΜΟΣ ΓΥΡΙΖΕΙ ΚΑΙ ΚΟΙΤΑΖΕΙ ΚΑΛΑ ΚΑΛΑ ΤΗ ΡΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΛΙΑ.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Και καλά μωρή, πώς σκεφτήκατε πως αυτή η κουλή μπορεί να κλέψει τον έρωτα της αδερφής της; Όχι, πείτε μου γιατί θα σκάσω.
ΣΙΣΣΥ: Τι πράγμα;
ΛΙΑ: Καλά, αν σου πουν τι ανακάλυψαν, θα σου πέσουν τα μαλλιά.
ΣΙΣΣΥ: Μακάρι! Θέλω κούρεμα γιατί πάλι μοιάζω σαν τον Κότσιρα.
ΡΙΑ: Μα γιατί θέλεις να τα αλλάξεις; Δεν είναι άσχημα!
ΣΙΣΣΥ: Γιατί δεν θέλω να μοιάζω σε κανέναν. Θέλω να έχω το δικό μου στυλ και την προσωπική μου κουπ.
ΡΙΑ: Ναι, αλλά ο Κότσιρας είναι ωραίος. Έχει βγάλει και δίσκους που έχουν γίνει πλατινένιοι.
ΣΙΣΣΥ: Βρε δεν πάει να έχει βγάλει και ασημένιους δίσκους στην εκκλησία, εγώ αδιαφορώ!
ΜΑΞΙΜΟΣ: Πού είναι η αδερφή σου;
ΣΙΣΣΥ: Στην τουαλέτα. Σήμερα πήγε τρεις φορές.
ΛΙΑ: Τι φαγητό είχατε;
ΣΙΣΣΥ: Φασολάκια!
ΛΙΑ: Γι' αυτό! Κι εμένα τα λαδερά με ταράζουν. Μου ερεθίζουν την κολίτιδα.
ΡΙΑ: Η θεία τι κάνει;
ΣΙΣΣΥ: Καλά είναι! Κάναμε ό,τι μας είπατε. Και εκείνη και το μπαμπά τους βάλαμε για ύπνο.
ΡΙΑ: Ο Αχιλλέας πώς και δεν ακούγεται; Εντύπωση μου κάνει. Αυτός συνήθως με το που ακούει άνθρωπο, πετάγεται σα δαυλί.
ΣΙΣΣΥ: Τον κλειδώσαμε μέσα στο δωμάτιο. Να και το κλειδί. (λέει και το αφήνει πάνω στο τραπέζι της κουζινοτραπεζαρίας).
ΡΙΑ: Μα λέω κι εγώ!
 
ΕΚΕΙΝΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ ΒΓΑΙΝΕΙ  Η ΖΕΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΟΥΑΛΕΤΑ ΚΑΙ ΠΗΓΑΙΝΕΙ ΕΚΕΙ ΟΠΟΥ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΟΛΟΙ.

ΣΙΣΣΥ: Να τη! Ήρθε!
ΡΙΑ: Πάτωσες;
ΖΕΤΑ: Καλώς το τρίο μούντζες! Τι σας έφερε εδώ τέτοια ώρα;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Ζέτα μου, πρέπει να σου πούμε κάτι πολύ σοβαρό.
ΛΙΑ: Να της το πω εγώ; (λυσσάει)
ΜΑΞΙΜΟΣ: Αφού δεν ήσουν μπροστά.
ΛΙΑ: Ναι, αλλά έχω εκστασιαστεί!
ΡΙΑ: Καλά, μη μας πηδήξεις κιόλας.
ΛΙΑ: Γιατί; Καλό θα σας έκανε! 22 χρονών μουλάρια και ακόμα αμόλυντοι.
ΡΙΑ: Και να ‘σουν εσύ η πρώτη μου; Δεν είσαι του γούστου μου!
ΛΙΑ: Γιατί είσαι κακόγουστη.
ΣΙΣΣΥ: Πιο σεμνά! Το ότι οι γονείς μας είναι μέσα, δε σημαίνει ότι είναι κουφοί! Μην πεταχτεί ξαφνικά ο μπαμπάς μου από καμιά γωνιά και μας χέσει. Έχει και αυτό το επιβλητικό, βαρβατίλα style, που σε σκιάζει.
ΡΙΑ: Να, έναν τέτοιο άντρα θέλω!
ΖΕΤΑ: Θα σκάσετε επιτέλους; Ο Μάξιμος είπε πως ήρθατε εδώ να μου πείτε κάτι σοβαρό κι εγώ μέχρι στιγμής μόνο μαλακίες ακούω.
ΡΙΑ: Σόρι, από αμηχανία πολυλογώ!
ΣΙΣΣΥ: Ναι, σε ξέραμε και πριν!
ΜΑΞΙΜΟΣ: Πριν ξεκινήσω, θέλω να τονίσω πως ό,τι κάναμε, το κάναμε από αγάπη.
ΣΙΣΣΥ: (σκύβει προς τη Ρία). Ποιον σκοτώσατε μωρή;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Επειδή δεν θέλαμε να σε βλέπουμε άλλο να μαραζώνεις για αυτόν τον ηλίθιο το Γιώργο, πήγαμε έξω από το σπίτι του και τον παρακολουθήσαμε.
ΣΙΣΣΥ: Ωχ!

Η ΖΕΤΑ ΔΕ ΜΙΛΑΕΙ. ΣΦΙΓΓΕΙ ΤΑ ΔΟΝΤΙΑ ΤΗΣ ΚΑΙ ΔΕΙΧΝΕΙ ΠΩΣ ΕΧΕΙ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙ ΟΤΙ Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΕΧΕΙ ΖΟΥΜΙ ΚΑΙ ΠΙΘΑΝΟΤΑΤΑ ΝΑ ΤΗΣ ΠΕΣΕΙ ΒΑΡΥ.

ΖΕΤΑ: Και;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Είδαμε ποια είναι η κοπέλα με την οποία τα έχει κρυφά και καταλάβαμε γιατί το κρατούσε μυστικό από σένα.
ΣΙΣΣΥ: Ωχ! Πάλι δεν θα κοιμηθούμε απόψε!

Η ΖΕΤΑ ΠΙΑΝΕΙ ΜΙΑ ΚΑΡΕΚΛΑ ΚΑΙ ΚΑΘΕΤΑΙ.

ΣΙΣΣΥ: Γιατί κάθισες; Νιώθεις δυσφορία; Να φωνάξω τη μαμά;
ΖΕΤΑ: Καλά είμαι, σκάσε! Συνεχίστε εσείς.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Τι άλλο θέλεις να μάθεις;
ΖΕΤΑ: Με δουλεύετε; Ποια είναι, θέλω να μάθω. Τόση ώρα μου το γυροφέρνετε και μου έχετε βγάλει την ψυχή. Πείτε το να τελειώνουμε.
ΛΙΑ: Τώρα είναι το καλό!
ΡΙΑ: Ποιο καλό μωρή; Θα μας τρελάνεις;
ΛΙΑ: Η μεγάλη είδηση εννοώ, που θα σκάσει σα βόμβα.
ΣΙΣΣΥ: Όπως όταν χώρισε η Μενεγάκη; 
ΛΙΑ: Και πιο πολύ!
ΜΑΞΙΜΟΣ: Εγώ νιώθω ότι μάλλιασε η γλώσσα μου, γιατί μιλάω και τόση ώρα Ας συνεχίσει η Ρία.
ΡΙΑ: Τι λες μωρή σουπιά; Τόση ώρα μου έκανες την αρχηγίνα και τώρα που βρήκες τα δύσκολα, θέλεις να βγάλω εγώ το φίδι από την τρύπα;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Αν με ξαναπείς μωρή, θα σε ξεμαλλιάσω.
ΣΙΣΣΥ: Γιατί; Το αρχηγίνα σ’ άρεσε;
ΖΕΤΑ: Θέλετε να αρχίσω να πετάω κόσμο από το παράθυρο;
ΡΙΑ: Κι ακόμα δεν έχει ακούσει το παρακάτω.
ΣΙΣΣΥ: Η αλήθεια είναι ότι κι εγώ έχω λυσσάξει έτσι όπως κάνετε. Ποια είναι; Ούτε εγώ να ήμουν και φοβάστε τόσο πολύ να αποκαλύψετε το όνομα.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Άσε μας χρυσή μου, femme fatale!
ΣΙΣΣΥ: Αααα! Τώρα το επεξεργάστηκε ο εγκέφαλος μου!
ΡΙΑ: Ποιος;
ΣΙΣΣΥ: Εσείς οι δυο (δείχνει τη Λία και τη Ρία), σκεφτήκατε στην αρχή πως είμαι εγώ;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Για πλάκα, πίστεψε με!
ΣΙΣΣΥ: Τι θες να πεις;
ΖΕΤΑ: Λία άστους αυτούς και πες μου εσύ που είσαι πιο πρόθυμη.
ΛΙΑ: Θα σου πω, αλλά προσπάθησε κι εσύ να φανείς ψύχραιμη.
ΖΕΤΑ: Εντάξει. Ποια είναι;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Ήρεμα. 
ΡΙΑ: Με το μαλακό!
ΣΙΣΣΥ: Πες το ευλογημένη!

Η ΖΕΤΑ ΚΡΕΜΕΤΑΙ ΚΥΡΙΟΛΕΚΤΙΚΑ ΑΠΟ ΤΑ ΧΕΙΛΗ ΤΗΣ ΛΙΑΣ.

ΛΙΑ: Η Νίνα!
ΜΑΞΙΜΟΣ: Αυτό ήταν!

ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΜΥΑΛΟ ΤΗΣ ΖΕΤΑΣ ΓΚΡΕΜΙΖΕΤΑΙ ΕΝΑ ΚΑΣΤΡΟ.

ΖΕΤΑ: Η Νίνα; (επαναλαμβάνει και αμέσως τα μάτια της βουρκώνουν).
ΣΙΣΣΥ: Ποια;
ΖΕΤΑ: Δεν το πιστεύω! (βάζει τα χέρια της στο κεφάλι). Η Νίνα;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Ορίστε νορμάλ άνθρωπος! Το κατάλαβε με την πρώτη! Δε νόμιζε τη Λοτσάρη! Ζέτα μου, λυπούμαστε πάρα πολύ! (λέει και πάει να την αγκαλιάσει).
ΖΕΤΑ: Όχι αγκαλιές, όχι αγκαλιές τώρα, σας παρακαλώ!
ΡΙΑ: Έχεις δίκιο, είναι δύσκολο αυτή τη στιγμή να δεχτείς κάτι τέτοιο.
ΣΙΣΣΥ: Καλά, μιλάτε σοβαρά, ή της κάνετε πλάκα και την πατήσαμε και οι δυο;
ΛΙΑ: Ποια πλάκα; Αφού τα παιδιά, τους τράβηξαν και φωτογραφία. Δείξε την Μάξιμε.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Ναι, μισό λεπτό.

ΤΗ ΒΓΑΖΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΣΑΝΤΑ ΤΟΥ, ΤΗΝ ΑΝΟΙΓΕΙ ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΗ ΔΕΙΧΝΕΙ. Η ΣΙΣΣΥ ΤΡΕΧΕΙ ΑΠΟ ΠΑΝΩ ΝΑ ΤΗ ΔΕΙ ΚΙ ΑΥΤΗ.

ΣΙΣΣΥ: Για να δω κι εγώ!
ΖΕΤΑ: Πάρτη αμέσως από μπροστά μου! Δε μπορώ να δω άλλο.
ΛΙΑ: Αισθάνεσαι διαλυμένη;
ΖΕΤΑ: Όχι!
ΛΙΑ: Ευτυχώς!
ΖΕΤΑ: Αισθάνομαι μαλακισμένη, ηλίθια και ζώο που τόσο καιρό πίστευα αυτό το τσουλί. (αρχίζει να φωνάζει).
ΡΙΑ: Ωχ, άρχισαν τα όργανα!
ΣΙΣΣΥ: Πιο σιγά! Θα έρθει ο μπαμπάς!
ΖΕΤΑ: Δε με νοιάζει, ας έρθει και η πυροσβεστική! Μη μου λες τι να κάνω, εντάξει;
ΣΙΣΣΥ: Καλά, ηρέμησε!
ΖΕΤΑ: Δε μπορώ! Αυτή τη στιγμή η καρδιά μου έχει σπάσει και το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να αρχίσω κι εγώ, να τα σπάω όλα εδώ μέσα. (λέει και πιάνει το κοντινό της τασάκι και το πετάει με δύναμη στο πάτωμα).
ΡΙΑ: Χριστέ μου! Φυλαχτείτε μη σας πάρουν τα σκάγια!
ΛΙΑ:Μαλάκα! Μόλις μου πέρασε ξυστά από το αριστερό μου μάτι ένα κομμάτι γυαλί. Παραλίγο να μου καρφωθεί, να μου μπει μέσα στην κόρη, το μάτι μου να χυθεί στο χαλί και….
ΜΑΞΙΜΟΣ: Σκάσε παιδί μου, θα ξεράσουμε!
ΣΙΣΣΥ: Ζέτα, πας καλά; Τι κάνεις;
ΖΕΤΑ: Δεν ξέρω, δεν ξέρω! Είμαι εκτός εαυτού! Θέλω να τα σπάσω όλα.
ΣΙΣΣΥ: Σπάσε το κεφάλι σου στον τοίχο, γιατί αν πάρει χαμπάρι ο μπαμπάς τι γίνεται εδώ πέρα, θα μας σπάσει όλων τα κόκαλα.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Τι και τα δικά μου;
ΡΙΑ: Γιατί εσύ είσαι έξυπνος και θα τη γλιτώσεις;
ΖΕΤΑ: Τι να σπάσω; Τι να σπάσω;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Γρήγορα, βοηθήστε με να κρύψω την ψηφιακή!
ΖΕΤΑ: Φέρε μου εδώ τη μηχανή! (λέει και αρχίζει να του τραβάει την τσάντα).
ΜΑΞΙΜΟΣ: Παναγιά μου! Πάρτε από δω την αφιονισμένη!
ΣΙΣΣΥ: Καλέ άσε τον άνθρωπο κάτω!
ΡΙΑ: Είδες; Σε είπε άνθρωπο!
ΜΑΞΙΜΟΣ: (στη Ρία) Βοήθα με λίγο κι εσύ, που κάθεσαι και κοιτάζεις σαν την Κοιμωμένη του Χαλεπά. Μου σπάνε τα υπάρχοντα.
ΖΕΤΑ: Δως τη μου είπα!!!
ΛΙΑ: Ζέτα ηρέμησε!
ΜΑΞΙΜΟΣ: Ας την χαστουκίσει κάποιος!
ΡΙΑ: Δεν την φτάνω!

Η ΖΕΤΑ ΑΦΗΝΕΙ ΤΟΝ ΜΑΞΙΜΟ ΗΣΥΧΟ ΚΑΙ ΤΡΕΧΕΙ ΣΤΗΝ ΚΟΥΖΙΝΑ. ΑΡΧΙΖΕΙ ΝΑ ΣΠΑΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΠΕΤΑΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ Ο,ΤΙ ΒΡΙΣΚΕΙ ΜΠΡΟΣΤΑ ΤΗΣ. ΠΟΤΗΡΙΑ, ΠΙΑΤΑ, ΜΑΧΑΙΡΟΠΙΡΟΥΝΑ. ΚΑΠΟΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΠΗΓΑΙΝΕΙ ΞΑΝΑ ΣΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙ ΚΑΙ ΠΕΡΙΠΟΙΕΙΤΑΙ ΕΠΙΣΗΣ Ο,ΤΙ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΑΝΩ ΤΟΥ. ΤΑΣΑΚΙΑ, ΒΑΖΑ, ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ. ΚΑΙ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΤΟ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ ΚΑΝΕΙΣ, ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΑΚΡΟΥΣΗ ΤΗΣ, ΠΙΑΝΕΙ ΚΑΙ ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ ΤΟΥ ΔΩΜΑΤΙΟΥ ΤΗΣ, ΠΟΥ Η ΣΙΣΣΥ ΕΙΧΕ ΑΦΗΣΕΙ ΕΚΕΙ ΠΑΝΩ ΚΑΙ ΤΟ ΠΕΤΑΕΙ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΣΤΟ ΧΩΡΑΦΙ. ΟΛΟΙ ΠΑΓΩΝΟΥΝ!

ΣΙΣΣΥ: Τι κάνεις εκεί, ρε τρελή; Το κλειδί αυτό ήταν του δωματίου μας. Πώς θα μπούμε μέσα; Και το κυριότερο, πώς θα βγάλουμε τον άλλον έξω;
ΖΕΤΑ: Συγγνώμη, δεν το ήθελα! Δε μπορούσα να το ελένξω!
ΡΙΑ: Όπως κι εγώ με τα σύκα που φέρνει ο παππούς μου από το χωράφι. Δε μπορώ να το ελένξω και αδειάζω όλη τη σακούλα.
ΛΙΑ: Και δεν σε πιάνει κόψιμο;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Άσχετο!

ΕΚΕΙΝΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ ΜΠΑΙΝΟΥΝ ΕΞΑΛΛΟΙ ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ ΤΩΝ ΚΟΡΙΤΣΙΩΝ.

ΜΑΝΩΛΗΣ: Τι γίνεται εδώ;
ΡΙΑ & ΜΑΞΙΜΟΣ & ΛΙΑ: Αααα!!!! (τρομάζουν)
ΣΙΣΣΥ: Αυτό είναι! Την κάτσαμε την βάρκα!
ΡΙΑ: Εγώ θα έλεγα, την πουτς…
ΜΑΝΩΛΗΣ: Σκασμός! Απαντήστε μου αμέσως σε αυτό που σας ρώτησα. Τι γίνεται εδώ!
ΜΑΡΙΑΝΝΑ:Κορίτσια, τι είναι όλος αυτός ο χαμός; Ξέρετε τι ώρα είναι;
ΡΙΑ: Γεια σου θεία! (χαιρετέι με χαμόγελο και ο Μάξιμος την αγριοκοιτάζει)
ΣΙΣΣΥ: Μπαμπά δεν θέλαμε να σας αναστατώσουμε!
ΜΑΝΩΛΗΣ: Και τι κάνουν εδώ τα παιδιά; Ξέρους οι δικοί τους ότι είναι εδώ;
ΜΑΡΙΑΝΝΑ: Μα τι έγινε; Οδοστρωτήρας πέρασε από την κουζίνα; Ποιος τα έσπασε όλα αυτά;
ΖΕΤΑ: Εγώ! Εγώ τα έσπασα και θα σπάσω κι άλλα ακόμα!
ΜΑΝΩΛΗΣ: Τι; Ζέτα πρόσεξε καλά γιατί θα σε πάρει ο διάολος.

ΕΚΕΙΝΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ ΑΚΟΥΓΕΤΑΙ Ο ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΠΟΥ ΧΤΥΠΑΕΙ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΤΟΥ ΔΩΜΑΤΙΟΥ ΤΟΥΣ, ΓΙΑ ΝΑ ΤΟΥ ΑΝΟΙΞΟΥΝ.

ΑΧΙΛΛΕΑΣ: Βοήθεια! Με ακούει κανείς; Ανοίξτε μου! Αυτές οι τρελές με κλείδωσαν μέσα. Θέλω να βγω κι εγώ έξω.
ΜΑΝΩΛΗΣ: Ποιος φωνάζει;
ΣΙΣΣΥ: Ο Αχιλλέας.
ΡΙΑ:  Ακούει πολυκοσμία στην τραπεζαρία και του έχει τσικνώσει η τρίχα.
ΜΑΡΙΑΝΝΑ: Και γιατί φωνάζει;
ΣΙΣΣΥ: Τον έχουμε κλειδώσει στο δωμάτιο για να μη βγει.
ΜΑΡΙΑΝΝΑ: Δεν είμαστε καλά. Γιατί;
ΣΙΣΣΥ: Είναι μεγάλη ιστορία!
ΜΑΝΩΛΗΣ: Καλά, το έχετε χάσει τελείως; Πηγαίνετε να του ανοίξετε μην αρχίσω τις βλαστήμιες.
ΜΑΡΙΑΝΝΑ: Ηρέμησε Μανώλη, νυχτιάτικα. Δεν κάνει.
ΣΙΣΣΥ: Μπαμπά μην χειροδικήσεις, γιατί βασικά υπάρχουν και μάρτυρες, αλλά είναι λίγο δύσκολο αυτό.
ΜΑΝΩΛΗΣ: Γιατί;
ΣΙΣΣΥ: Να σου πει η Ζέτα. Μη ρωτάς μόνο εμένα. Μου έρχεται σκοτοδίνη.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Εμείς να φεύγουμε σιγά σιγά.
ΜΑΝΩΛΗΣ: Μισό λεπτό. Δεν θα πάτε πουθενά μέχρι να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα. Ζέτα γιατί δεν ανοίγετε στον Αχιλλέα;
ΖΕΤΑ: Γιατί πέταξα το κλειδί από το παράθυρο!!!

ΜΑΝΩΛΗΣ:
Τι πράγμα; (φωνάζει και είναι έτοιμος να της ορμήξει, αλλά η γυναίκα του τον κρατάει). Μαριάννα άσε με, γιατί θα αρχίσω να πετάω κόσμο στο δρόμο! Με τις ηλιθιότητες σας έχετε σηκώσει όλη τη γειτονιά στο πόδι.
ΜΑΡΙΑΝΝΑ: Μανώλη ηρέμησε!
ΛΙΑ: Μα εδώ πάνω είναι ερημιά. Υπάρχει γειτονιά;
ΡΙΑ: Μάλλον σε αγέλη λύκων θα αναφέρεται ο θείος, γιατί άλλος κόσμος δε μένει εδώ τριγύρω.
ΣΙΣΣΥ: Θα σκάσετε επιτέλους; Γυαλίζει το μάτι του! Όπως τότε που του ζητήσαμε να πάμε σε κλαμπ μετά την Ανάσταση.
ΜΑΝΩΛΗΣ: Ζέτα λέγε, γιατί πέταξες το κλειδί του δωματίου από το παράθυρο; Θα φέρω από μέσα τη ζώνη μου.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Ευτυχώς δηλαδή που εγώ δεν φοράω, γιατί τώρα θα είχε πάρει τη δική μου και θα μας είχε στήσει όλους στον τοίχο.
ΡΙΑ: Κακώς! Να φοράς γιατί ο μισός σου κώλος έχει βγει έξω και δε μπορούμε άλλο!
ΜΑΝΩΛΗΣ: Σκάστε!!!
ΡΙΑ: Έναν τέτοιο άντρα θέλω κι εγώ, άγριο. Να είναι αυταρχικός, να μου βάζει τις φωνές, να με χτυπάει.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Δηλαδή αν σου δώσω μπουνιά αυτή τη στιγμή, θα με παντρευτείς;
ΛΙΑ: Φοβάμαι!
ΜΑΞΙΜΟΣ: Δεν το πιστεύω! Έχασα το πέτσινο που φορούσα!
ΜΑΝΩΛΗΣ: Ζέτα λέγε! Λέγεεεεε!!! (φωνάζει)
ΑΧΙΛΛΕΑΣ: Μαμά, μπαμπά, ανοίξτε μου! Ανοίξτε μου, θα σκάσω!
ΖΕΤΑ: Δεν αισθάνομαι καλά! (λέει  και  λιποθυμάει)
ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ: Ζέτα!!!

ΚΑΙ ΞΑΦΝΙΚΑ ΜΕΣΑ ΣΕ ΟΛΟ ΑΥΤΟ ΤΟ ΜΠΑΧΑΛΟ, ΤΟ ΚΕΡΑΣΑΚΙ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΤΑ, ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΒΙΤΡΙΟΛΙΚΟ ΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΑΠΟ ΚΑΤΩ!!!!!

ΑΠΟ ΚΑΤΩ ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΑ: Χαχαχαχαχαχαχα!!!!
ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ: Ααααααααα!!! (τρομάζουν)
ΡΙΑ: Τι ήταν αυτό;
ΣΙΣΣΥ: Η από κάτω! Έτσι κάνει συνήθως. Εκεί που κάθεται μέσα στη νύχτα, γελάει σαν το Σατανά και μας κόβει την χολή. (λέει και όλοι γυρίζουν και την κοιτάζουν με απορία, αλλά και φόβο μαζί).

Τέλος Α' μέρους

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου