Πριν μου φορέσετε αυτή την όμορφη και πάντα στυλάτη άσπρη ρόμπα που κουμπώνει από πίσω, να σας εξηγήσω ότι αυτό που θα διαβάσετε παρακάτω "γεννήθηκε" στην προσπάθειά μου να ξεκινήσω με έναν εναλλακτικό τρόπο την τελευταία -για τον Ιούνιο στήλη μου στο TvNea- όπου αναλύω τη μόδα των βαμπίρ και την επιρροή της στην παγκόσμια τηλεόραση και κυρίως στην ελληνική. Στο τελικό drift, έκρινα ότι δεν ταιριάζει και σκέφτηκα το συγγραφικό μου παραλήρημα να το αφήσω εκτός. Γιατί όμως να πιάνει απλά χώρο στα "έγγραφά μου" χωρίς να αξιοποιηθεί με κάποιον τρόπο, έστω για να γελάσει και κάθε πικραμένος;
Κρυμμένοι στην πυκνή «αγκαλιά» των πανύψηλων πλατανιών- που από κοινού με τα κάθετα βράχια και τις διάσπαρτες σπηλιές πλάι στα κρυστάλλινα νερά του Βοϊδομάτη συνθέτουν την εικόνα ενός επίγειου παραδείσου-ο Ορέστης και η Μανταλένα διασχίζουν ανέμελα και χωρίς αίσθηση του χρόνου, το μονοπάτι που θα τους οδηγήσει πίσω στο γεφύρι. Η επίσκεψη τους στο εγκαταλελειμμένο μοναστήρι των Αγίων Αναργύρων αποτέλεσε το εφαλτήριο μιας μοναδικής ρομαντικής περιπλάνησης στην καρδιά της Κλειδωνιάς με τα ονειρικά χρώματα του ποταμού και τις φυλλώδεις εκτάσεις της να δημιουργούν απίθανους χρωματισμούς.
Ξεκινούν να διασχίζουν το μονότοξο γεφύρι με τη μακρόστενη καμάρα, αλλά κάτι παράξενο διακρίνουν στη μέση του. Παγώνουν. Από το σημείο που βρίσκονται δε μπορούν να καταλάβουν τι είναι. Κολλημένοι ο ένας στον άλλον και με αγωνία για το αν πρόκειται για κάποιο χτυπημένο ζώο, πλησιάζουν. Όταν φτάνουν κοντά, αντικρίζουν με έκπληξη μια νεαρή κοπέλα αναίσθητη και τραυματισμένη. Την ταρακουνούν, αλλά μάταια. Δε συνέρχεται. Τότε, ο Ορέστης πιάνει το κινητό του, προκειμένου βοήθεια. Η μπαταρία τον εγκαταλείπει. Η Μανταλένα ακολουθεί το παράδειγμά του, αλλά η απουσία σήματος καθιστά την επικοινωνία της με την άλλη άκρη του χωριού αδύνατη. Προθυμοποιείται να τρέξει έως εκεί για ενισχύσεις. Ο Ορέστης της ζητά να κάνει όσο το δυνατόν πιο σύντομα. Ο ίδιος στέκεται πάνω από την κοπέλα και προσπαθεί να τη συνεφέρει. Ψάχνει στα ρούχα της για προσωπικά στοιχεία, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.
Σας παραθέτω λοιπόν ένα μικρό δοκιμιάκι, μια σκοτεινή ιστορία με αρχή-μέση και τέλος, το οποίο "εμπνεύστηκα" επιθυμώντας να μπω στη λογική εκείνων που πιστεύουν ότι η Ελλάδα είναι έτοιμη για αιματηρές ξεπατικωσούρες, φλερτάροντας ανάμεσα στη σοβαρότητα και τη φαιδρότητα.
Γελάστε ελεύθερα, γιατί μη ξεχνάτε. Το γέλιο μεγαλώνει τη ζωή.
Κρυμμένοι στην πυκνή «αγκαλιά» των πανύψηλων πλατανιών- που από κοινού με τα κάθετα βράχια και τις διάσπαρτες σπηλιές πλάι στα κρυστάλλινα νερά του Βοϊδομάτη συνθέτουν την εικόνα ενός επίγειου παραδείσου-ο Ορέστης και η Μανταλένα διασχίζουν ανέμελα και χωρίς αίσθηση του χρόνου, το μονοπάτι που θα τους οδηγήσει πίσω στο γεφύρι. Η επίσκεψη τους στο εγκαταλελειμμένο μοναστήρι των Αγίων Αναργύρων αποτέλεσε το εφαλτήριο μιας μοναδικής ρομαντικής περιπλάνησης στην καρδιά της Κλειδωνιάς με τα ονειρικά χρώματα του ποταμού και τις φυλλώδεις εκτάσεις της να δημιουργούν απίθανους χρωματισμούς.
Ωστόσο, το μαγευτικό τοπίο και η παραμυθένια ατμόσφαιρα της φθινοπωρινής αυτής απόδρασης μακριά από τον όχλο του ξενοδοχείου κατάφεραν να βάλουν τρικλοποδιά στα προγραμματισμένα τους σχέδια, με αποτέλεσμα οι ώρες να κυλήσουν σαν τον ποταμό. Ήταν ήδη περασμένες έξι όταν έφτασαν στον προορισμό τους μετά από μία ονειρική διαδρομή, διάρκειας μίας ώρας, που θα μείνει για πάντα χαραγμένη στη μνήμη τους μέσα από τις δεκάδες φωτογραφίες που αποθανάτισαν λεπτομερώς κάθε τους βήμα. Ο ήλιος δεν άργησε να τους κουνήσει το μαντήλι, κατηφορίζοντας στους πρόποδες των λόφων, οι οποίοι υψώνονταν επιβλητικά μπροστά τους. Η αγριότητα του δάσους ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο από τα μαύρα πέπλα της νύχτας, ενώ το τοπίο φαντάζει πλέον το ιδανικό στέκι μυθικών πλασμάτων και στοιχειών της φύσης που βασιλεύουν στις σελίδες των μυθιστορημάτων. Το σκοτάδι, άσπονδος εχθρός τους, έχει τυλίξει σαν μανδύας κάθε φωτεινή σπιθαμή και το φεγγάρι υποτάσσεται νωχελικά στα νεφελώδη δεσμά του πένθιμου ουρανού. Μοναδικός τους σύμμαχος, το φως από τα κινητά τους τηλέφωνα.
Η Μανταλένα, κρατώντας σφιχτά το χέρι του Ορέστη, ακολουθεί με τυφλή-κυριολεκτικά-εμπιστοσύνη τα βήματά του. Η τόλμη και ο αποφασιστικός του χαρακτήρας διώχνουν μακριά κάθε υποψία φόβου, πλέκοντας γύρω τους ένα δίχτυ ασφάλειας. Τα λεπτά περνούν και το μονοπάτι γίνεται ακόμα πιο δύσβατο. Το αδιάκοπο θρόισμα των φύλλων και τα ουρλιαχτά ζώων, τα οποία φτάνουν όλο και πιο δυνατά στο μέρος τους εντείνουν την αγωνία τους για την έξοδο τους από το δάσος. Η Μανταλένα σφίγγει το χέρι του Ορέστη, την ώρα που δε μπορεί να συγκρατήσει τα σιωπηλά της δάκρυα. Η ανάσα της δυσχεραίνει, τα πόδια της είναι πλέον αδύναμα, όμως λίγο πριν καταρρεύσει, αχτίνες φωτός λούζουν τα πρόσωπά τους. Έφτασαν. Ξεφυσούν από ικανοποίηση. Ο Ορέστης σκουπίζει τα δάκρυα της Μανταλένας και την καθησυχάζει με ένα φιλί.
Ξεκινούν να διασχίζουν το μονότοξο γεφύρι με τη μακρόστενη καμάρα, αλλά κάτι παράξενο διακρίνουν στη μέση του. Παγώνουν. Από το σημείο που βρίσκονται δε μπορούν να καταλάβουν τι είναι. Κολλημένοι ο ένας στον άλλον και με αγωνία για το αν πρόκειται για κάποιο χτυπημένο ζώο, πλησιάζουν. Όταν φτάνουν κοντά, αντικρίζουν με έκπληξη μια νεαρή κοπέλα αναίσθητη και τραυματισμένη. Την ταρακουνούν, αλλά μάταια. Δε συνέρχεται. Τότε, ο Ορέστης πιάνει το κινητό του, προκειμένου βοήθεια. Η μπαταρία τον εγκαταλείπει. Η Μανταλένα ακολουθεί το παράδειγμά του, αλλά η απουσία σήματος καθιστά την επικοινωνία της με την άλλη άκρη του χωριού αδύνατη. Προθυμοποιείται να τρέξει έως εκεί για ενισχύσεις. Ο Ορέστης της ζητά να κάνει όσο το δυνατόν πιο σύντομα. Ο ίδιος στέκεται πάνω από την κοπέλα και προσπαθεί να τη συνεφέρει. Ψάχνει στα ρούχα της για προσωπικά στοιχεία, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.
Ξαφνικά, η κοπέλα ανοίγει τα μάτια και ο Ορέστης εκπλήσσεται ευχάριστα. Τα βλέμματά τους διασταυρώνονται. Ο ένα κοιτάζει τον άλλον με απορία. Τη στιγμή που ο Ορέστης προσπαθεί να βάλει στο μυαλό του τα πράγματα σε μία σειρά, η κοπέλα του χαμογελάει. Εκείνος ανταποδίδει το χαμόγελο και πριν προλάβει να τη ρωτήσει αν είναι καλά, δύο κοφτεροί κυνόδοντες ξεπετάγονται από το στόμα της και του δαγκώνουν με μανία το λαιμό. Η κραυγή του Ορέστη φτάνει μέχρι τα αυτιά της Μανταλένας, η οποία γυρίζει αστραπιαία το βλέμμα της πίσω. Κοιτάζει μουδιασμένη τριγύρω, αλλά δεν παρατηρεί τίποτα. Καθησυχασμένη στρέφει το κεφάλι της και πάλι μπροστά. Στο βάθος διακρίνει μια σκιά, η οποία σιγά-σιγά την πλησιάζει. Παγώνει. «Ποιος είναι»; Ρωτάει τρομαγμένη. Μέχρι που η σκιά εξαφανίζεται και αντικρίζει μπροστά της τον Ορέστη, ο οποίος στέκεται ακίνητος. Χωρίς να σκεφτεί τίποτα, τρέχει μέσα στην αγκαλιά του. Του λέει πόσο φοβήθηκε και μόλις κάνει την κίνηση να τον κοιτάξει στα μάτια, ο Ορέστης της δείχνει τους μεγάλους κυνόδοντές του και πριν προλάβει να φωνάξει, της δαγκώνει και της ρουφάει το αίμα. Από κείνη τη βραδιά, δεν ξαναείδε κανείς το αγαπημένο αυτό ζευγάρι, παρόλο που αρκετοί ισχυρίζονται ότι ζουν ανάμεσά μας.
ΤΕΛΟΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου