Πολλάκις έχει περάσει από τη σκέψη μου ότι η ανθρώπινη φύση μας είναι απλά μία καμουφλαρισμένη ψευδαίσθηση ότι μπορούμε να καταφέρουμε τα πάντα. Ότι έχουμε τη δύναμη, αλλά και την ικανότητα να γίνουμε ανά πάσα στιγμή πολυμήχανοι, αναζητώντας τη δική μας «Ιθάκη». Ωστόσο το πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι για να φτάσουμε στην «Ιθάκη» μέσα από μία εμπεριστατωμένη στρατηγική, θα πρέπει πρώτα κάποιος να την φανερώσει. Είναι απαραίτητη προϋπόθεση, ώστε να ξέρουμε ότι τουλάχιστον υπάρχει. Ποιος είναι αυτός; Μια ανώτερη δύναμη, μια ιδέα, ένας άυλος εξουσιαστής που παρά την αέρινη παρουσία του θα μας υπενθυμίζει πάντα ότι είμαστε στους πρόποδες του πανύψηλου θρόνου του. Συνεπώς, θα είναι σαφώς πιο εύκολο για την ψυχική μας ισορροπία να δεχτούμε όσο το δυνατόν γρηγορότερα, ότι σε κάθε περίπτωση οι δυνάμεις μας σταματάνε συγκρούοντας στον από μηχανής τοίχο που εμφανίζεται μπροστά μας.
Όταν επέστρεψα στα πάτρια εδάφη η φράση «είναι προσωρινό» ακουγόταν από τα χείλη μου περισσότερο από καθετί άλλο. «Καλημέρα» μου έλεγαν το πρωί»… «Είναι προσωρινό» απαντούσα εγώ. «Ποιο είναι προσωρινό», ακολουθούσε ως εύλογη ερώτηση. «Το ότι αναγκάζομαι να λέω “καλημέρα”, να χαιρετώ συνεχώς τους ίδιους και τους ίδιους ανθρώπους ακόμα και αν η διάθεση μου έχει στερέψει, να δίνω αναφορά για καθετί που συμβαίνει ή δε συμβαίνει στην προσωπική μου ζωή και να βλέπω τα όνειρά μου να ταξιδεύουν πάνω στα ροζ συννεφάκια που είχα ζωγραφίσει με το πινέλο του μυαλού μου, μίλια μακριά από μένα».
Ναι, ήταν γεγονός. Είχα χάσει την ευγένεια μου. Η δεύτερη απώλεια μετά την υπομονή μου. Ήταν η εποχή των μεγάλων αλλαγών . Οι αφίξεις υποδέχονταν η μία την άλλη. Πρώτα επέστρεψα εγώ στο νησί, μετά κατέφτασε η οικονομική κρίση κι ύστερα ήρθαν οι μέλισσες της αυτοσυντήρησης και του αέναου αγώνα απογαλακτοποίησης και ανεξαρτησίας και με θέρισαν κανονικότατα, χωρίς να προλάβω να βροντοφωνάξω βοήθεια.
Κάποιες στιγμές βέβαια τα τσιμπήματα ήταν αποτρόπαια, μαρτυρικά. Όσο κι αν προσπαθούσα με νύχια και με δόντια να κρατήσω το στόμα μου κλειστό, οι εσωτερικοί μηχανισμοί της προσωπικής μου άμυνας χτυπούσαν αυθαίρετα τους δικούς τους συναγερμούς. Ωστόσο το παράξενο είναι, ότι όλες οι κραυγές αγωνίας μου είχαν συγκεκριμένους αποδέκτες που δεν δυσανασχετούσαν. Δεν πρόβαλαν αντιρρήσεις να γίνουν για μία ακόμη φορά ο ώμος στον οποίο θέλεις να κλάψεις, ο δωρεάν ψυχολόγος όπου θα βγάλεις το άχτι σου, το πορτοφόλι το οποίο θα δώσει λόγο ύπαρξης στα ντουλάπια της κουζίνας σου. Αποδέκτες οι οποίοι θέλουν να είναι εκεί. Δεν στο υπόσχονται, αλλά είναι. Δεν έχουν υποχρέωση, αλλά είναι, δεν είσαι της γούνας τους μανίκι, αλλά είναι. Οι αποδέκτες αυτοί είναι οι δικοί σου άνθρωποι, οι φίλοι σου, η «οικογένεια» σου, ο κόσμος σου, όλο σου το είναι.
«Ποιους λες»;
«Αυτοί, που μας κοιτάζουν μακριά».
«Ποιους εννοείς; Αυτοί που σε βλέπουν στο δρόμο και σου λένε «αδυνάτισες. Δεν τρως;» χωρίς να περιμένουν απάντηση; Αυτοί που παραπονιούνται για την πληθώρα των εξόδων, αλλά δεν θέλουν να γνωρίζουν τα δικά σου για να μη στεναχωριούνται; Αυτοί που σε βλέπουν να βουλιάζεις στο βούρκο της ανυπαρξίας σου και σε τραβάνε αναμνηστικές φωτογραφίες για να παρηγορούν το «εγώ» τους; Αυτοί που σου στέλνουν γραπτά μηνύματα για να σου ευχηθούν σε γιορτές και γενέθλια; Αυτοί που σου έδειξαν την πόρτα της εξόδου και σε κλείδωσαν απ’ έξω; Αυτοί που δεν έχουν ιδέα ποιος είσαι πέρα από την ένδειξη σε ταυτότητες και βιβλιάρια»;
«Ναι, αυτούς εννοώ…. Ποιοι είναι»;
«Το μπούγιο». Στην αρχή με εκνεύριζε, δεν ήθελα να το βλέπω μπροστά μου. Έπειτα με αποκάρδιωνε . Το απέφευγα γιατί με συνέθλιβε. Πλέον το έχω συνηθίσει. Απλά υπάρχει. Όπως και η υπόλοιπη πραγματικότητα, στην οποία μπορείς να προσδώσεις όποιον χαρακτηρισμό επιθυμείς προκειμένου οι ελπίδες σου να εξακολουθήσουν να έχουν φτερά για αόριστο χρονικό διάστημα.
Η δική μου είναι εικονική. Η γυάλα για τα χρυσόψαρα είναι μια εικονική πραγματικότητα. Ζουν με την ελπίδα ότι θα επιστρέψουν στο φυσικό τους περιβάλλον. Το ίδιο κι εγώ. Οπλισμένος με υπομονή και γινάτι, θα φάω τις γαριδούλες μου για όσο ακόμα αντέξω. Η θάλασσα δεν είναι μακριά. Ας έρθει εκείνη η ώρα και θα βάλω τα δυνατά μου για να φτάσω ως εκεί. Και μετά, θα δώσω ένα σάλτο και θα κολυμπήσω. Όπως μπορώ. Άλλοτε αργά, άλλοτε σπασμωδικά, άλλοτε απεγνωσμένα, όμως θα βρω τους ρυθμούς μου. Αρκεί να μου δοθεί η ευκαιρία να αποδείξω τις κολυμβητικές μου ικανότητες, ότι μπορώ και έχω τη δυνατότητα να κολυμπήσω και σε άλλα νερά. Άγνωστα, απότομα, βαθιά.
Από ποιον να ζητήσω την ευκαιρία αυτή;;; Κοιτάζω ψηλά…. Το ταβάνι θέλει βάψιμο. Μμμ, άστο για αύριο. Και αύριο… εδώ θα είμαστε!!!


ποσο δικιο να εχεις...και ποσοι σαν εσενα κοιτουν επιμονα το ταβανι ζητωντας μια ευκαιρια...για βαψιμο!!!χαχα
ΑπάντησηΔιαγραφήχαχαχα! Ελπίζω πάντως μέχρι να μπω στη διαδικασία να....το βάψω, να μην πέσει να με πλακώσει!!!
ΑπάντησηΔιαγραφή