Πέμπτη 30 Αυγούστου 2012

Τα Λουκουμάκια - Επεισόδιο 1 (Β΄Μέρος)

ΤΑ ΛΟΥΚΟΥΜΑΚΙΑ

Επεισόδιο 1



ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΣΤΟ ΤΩΡΑ, Ο ΜΑΞΙΜΟΣ ΜΕ ΤΗ ΣΙΣΣΥ ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΝΑ ΜΙΛΑΝΕ ΣΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ.

ΣΙΣΣΥ: Αχ ναι! Τι επεισοδιακή νύχτα! Μα κι εσείς... Ήταν όλα μια χαρά στο σπίτι και μόλις ήρθατε, φέρατε την καταστροφή.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Αυτό μας χαρακτηρίζει. Αλλά και πάλι, να λες «Δόξα τω Θεώ» που η αδερφή σου τελείωσε με αυτή την ιστορία, ομαλά και χωρίς μπελάδες.
ΣΙΣΣΥ: Ναι, αυτούς τους άφησε σε σένα.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Έλεος! Για πόσο ακόμα θα μου το κοπανάς; Σου είπα, δεν φταίω εγώ.
ΣΙΣΣΥ: Και ποιος φταίει χρυσέ μου; Έχεις δει πολλούς να πηγαίνουν για παρακολούθηση και να τραβάνε μες τη σκοτεινιά, φωτογραφίες με φλας; Για να μην πω για το πέτσινο στο χέρι. Όχι, την επόμενη φορά που θα πας σε αποστολή, βάλε τα μεταξωτά και να φυσάει. Ή καλύτερα μια γούνα.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Αυτό το αφήνω να το κάνεις εσύ. Ξέρεις, μια μπλε βιζόν. Κακόγουστη. Σαν την θεία σου, την Φιλίτσα!
ΣΙΣΣΥ: Εσύ για πόσο καιρό θα μου το κοπανάς αυτό! Στο ‘χω πει ένα εκατομμύριο φορές. Μία φορά έβαλα αυτή την αηδία όταν ήμουν πέντε χρονών, επειδή ήταν δώρο της γιαγιάς μου. Δηλαδή δεν ήταν δική μου επιλογή. Επομένως, καμία σχέση με την θεία μου την Φιλίτσα, η οποία ντύνεται συνειδητά σαν λατέρνα, ακόμα κι όταν πηγαίνει να γυρίσει το αρνί το Πάσχα.

ΖΕΤΑ (αφήγηση):
Μα ναι, τι γούστο είναι αυτό που έχει η θεία Φιλίτσα. Όχι μόνο η Άρτα και τα Γιάννενα, αλλά γενικότερα όλη η Βόρεια Ελλάδα υπάρχει στη ντουλάπα της. Γούνες, άνιμαλ πριντ, φτερά και πούπουλα, ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς.  Ακόμα και κάτι ρούχα στο χρώμα της τσακιστής ελιάς, που ούτε οι φτωχοί στις ενορίες δεν θα δεχόντουσαν να φορέσουν. Τέλος πάντων! Οι κουτσομπόληδες έχουν δίκιο! Η ιστορία είχε αίσιο τέλος με εμένα να ξεχέζω τη Νίνα στην κεντρική πλατεία του νησιού και να φεύγω με το κεφάλι ψηλά. Ξέρετε, εκεί όπου έκανε τα σόου της η Ρούλα. Αλλά επειδή ήξερε ότι τα είχα μάθει όλα και θα ξεσπούσε μεγάλη μπόρα, η ρουφιάνα με απέφευγε και καθυστερούσε τη συνάντηση μας. Κάποια στιγμή όμως που δε μπορούσε να κάνει αλλιώς, ήρθε η ώρα της, έχοντας και κοινό απέναντι. Ποιους άλλους; Τα γνωστά μπουμπούκια!

Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΚΗΝΗ ΔΙΑΔΡΑΜΑΤΙΖΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ ΜΙΑΟΥΛΗ ΣΤΗ ΣΥΡΟ. Η ΖΕΤΑ ΜΕ ΤΗ ΝΙΝΑ ΣΥΖΗΤΑΝΕ ΕΝΤΟΝΑ ΣΕ ΕΝΑ ΠΑΓΚΑΚΙ ΚΑΙ ΑΠΕΝΑΝΤΙ, ΣΕ ΕΝΑ ΑΛΛΟ, ΚΑΘΟΝΤΑΙ ΚΑΜΟΥΦΛΑΡΙΣΜΕΝΟΙ ΜΕ ΜΑΥΡΙΑ ΓΥΑΛΙΑ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥΣ, Ο ΜΑΞΙΜΟΣ, Η ΡΙΑ, Η ΛΙΑ ΚΑΙ Η ΣΙΣΣΥ.

ΛΙΑ: Μα τι λένε τόση ώρα; Θα σκάσω!!!
ΣΙΣΣΥ: Ήταν για. χρόνια κολλητές. Δεν είναι εύκολο.
ΛΙΑ: Δεν πιστεύω να κάνουν ανασκόπηση όλων των καλών τους στιγμών! Έχω και ανταύγειες να κάνω.
ΣΙΣΣΥ: Δεν ήταν πολλές! Συνέχεια σκοτωμένες ήταν! Κάθε φορά που η Ζέτα γύριζε από τη γειτονιά, της έλειπε και μια τούφα. Μάλωναν διαρκώς. Ισχυριζόταν  κιόλας πως η Νίνα της έπαιρνε  πράγματα.
ΡΙΑ: Έτσι ξεκινάνε όλες αυτές οι εξώλης. Πρώτα σου κλέβουν τη γόμα και το μπλάνκο, έπειτα το κραγιόν και τη σκιά και στο τέλος το στρινγκ και το γκόμενο.
ΣΙΣΣΥ: Το ‘πε πάλι!
ΜΑΞΙΜΟΣ: Ακούστε, ακούστε! Η Μάρω Λύτρα εδώ, λέει πως όταν ήταν μαζί με τον Καραφώτη, εκείνος της συμπεριφερόταν σα να ήταν κατσαρίδα. Φοβερό;
ΡΙΑ: Είπαμε πως θα κάνουμε ότι διαβάζουμε περιοδικά, όχι πως θα τα διαβάσουμε στα αλήθεια.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Μα εμένα μ’ αρέσει η Μάρω Λύτρα! Είναι κακό αυτό;
ΣΙΣΣΥ: Δεν το λες και καλό.
ΛΙΑ: Κοιτάξτε! Η Ζέτα της δείχνει τη φωτογραφία. Γιατί όμως μου φαίνεται ότι δεν ταράχτηκε και πολύ; Δεν χλόμιασε καθόλου, σα να το περίμενε.
ΣΙΣΣΥ: Μα το περίμενε. Ήξερε πολύ καλά για ποιο θέμα θα συζητούσαν σήμερα.
ΛΙΑ: Ποιος της το ‘πε;
ΣΙΣΣΥ: Το φλας του κυρίου!
ΛΙΑ: Μα καλά είσαι μπούας, παιδί μου;
ΡΙΑ: Εγώ αλλιώς τον είπα τότε.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Δε με νοιάζει τι λέτε εσείς, γιατί η φωτογραφία βγήκε υπέροχη! Τέλεια ανάλυση και καθαρότατη εικόνα. Για να δείτε τι εργαλείο έχω.
ΡΙΑ: Ξέρουμε.. τζούφιο! Δεν χρειάζεται να το δούμε κιόλας.
ΣΙΣΣΥ: Το αποτέλεσμα της φωτογραφίας δεν οφείλεται μόνο στην ψηφιακή σου, αλλά και στην επεξεργασία που έκανε ο ξάδερφος σου στο μαγαζί του.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Μη χάσετε, αμέσως να με γειώσετε. Μπορεί να είμαι ερασιτέχνης φωτογράφος, αλλά τα καταφέρνω μια χαρά.
ΡΙΑ: Καλά ηρέμησε, θα σε προσλάβω στο γάμο μου.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Αλήθεια; Πότε θα έρθει ο Χάρος να σε ζητήσει απ’ τον παππού σου;
ΡΙΑ: Βρε, άντε ασέλγησε στον εαυτό σου, χαζεύοντας τη φωτογραφία της Μάρως Λύτρα και άσε μας εμάς.
ΣΙΣΣΥ: Σκάστε ζώα, δίνουμε στόχο.
ΛΙΑ: Άραγε, θα έχουμε χειροδικία; Πώς και πώς την περιμένω!
ΡΙΑ: Όλοι μας!

Σάββατο 25 Αυγούστου 2012

"Τα Λουκουμάκια" - Επεισόδιο 1 (Α' μέρος)

ΤΑ ΛΟΥΚΟΥΜΑΚΙΑ

Επεισόδιο 1

ΣΤΗ ΣΥΡΟ, ΕΝΑ ΣΥΝΝΕΦΙΑΣΜΕΝΟ ΠΡΩΙΝΟ, ΑΛΛΙΩΤΙΚΟ ΑΠΟ ΤΑ ΑΛΛΑ, Η ΤΡΕΛΟΠΑΡΕΑ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΤΑ ΔΙΚΑ ΤΗΣ. Η ΖΕΤΑ ΕΧΕΙ ΒΓΕΙ ΝΑ ΤΡΕΞΕΙ ΣΤΑ ΛΙΒΑΔΙΑ  ΚΟΝΤΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ, Η ΣΙΣΣΥ ΑΣΧΟΛΕΙΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΠΤΥΧΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΤΟΝ ΠΑΛΑΙΑΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΗ ΤΗΣ, Ο ΜΑΞΙΜΟΣ ΚΑΝΕΙ ΠΕΙΡΑΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΚΟΥΖΙΝΑ, Η ΡΙΑ ΚΑΝΕΙ CHAT ΑΠΟ ΤΟ ΚΙΝΗΤΟ ΤΗΣ ΚΑΙ ΤΗ ΛΙΑ ΚΟΙΜΑΤΑΙ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΚΑΙΡΟΥ , ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΠΟΥ Η ΑΔΕΡΦΗ ΤΗΣ ΤΗΝ ΤΡΑΒΑΕΙ ΑΠΟ ΤΑ ΠΟΔΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΞΥΠΝΗΣΕΙ.  ΕΧΟΥΝ ΓΑΜΟ ΣΗΜΕΡΑ. ΠΑΝΤΡΕΥΕΤΑΙ Η ΞΑΔΕΡΦΗ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΑΝΕ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΗ ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥΣ ΓΙΑ ΝΑ ΨΩΝΙΣΟΥΝ ΕΠΙΣΗΜΟ ΕΝΔΥΜΑ.

ΖΕΤΑ (αφήγηση):
Δεν θα πω ψέματα. Οι αφηγήσεις και οι απαγγελίες μου φαίνονται τελείως ξενέρωτες και βαρετές. Ιδίως, όταν πρέπει να σκεφτώ εγώ η ίδια τι θα πω. Συνήθως κάνω σαρδάμ και η αδερφή μου τα καταγράφει επίτηδες στο κοτσανολόγιο που έχουμε, επειδή σημειώνω κι εγώ τα δικά της για να την πειράζω. Αυτή τη στιγμή,  κάνω εξυπηρέτηση στον κολλητό μου τον Μάξιμο! Εκείνος αποφάσισε να  γράψει για τη ζωή μας κι εγώ συμφώνησα να την αφηγηθώ. Θα έπαιζε ο ίδιος αυτόν τον ρόλο, αλλά έχει ένα κόμπλεξ με την φωνή του. Είναι λιγάκι ψιλή και πιστεύει πως φέρνει στη Βουγιουκλάκη. Η αλήθεια είναι βέβαια πως για να βρίσκομαι εδώ  μάλλον συμφωνώ, αλλά δεν θα το κάνω θέμα, γιατί ούτε που φαντάζεστε τι θα τραβήξω μετά. Κάθε φορά που θέλει να με εκδικηθεί, έρχεται σπίτι μας, πιάνει το μπουζούκι του αδερφού μου και αρχίζει να τραγουδάει όλο το ελληνικό ρεπερτόριο που γνωρίζει. Κι όχι τίποτα άλλο, δεν ξέρει να παίζει και μπουζούκι. Θα του το έφερνα κολάρο, αλλά μετά θα με κυνηγάνε, τόσο ο μπαμπάς μου που έδωσε  ένα σκασμό λεφτά για να το αγοράσει, όσο και ο αδερφός μου που το λατρεύει. Αφήστε δε, που τελευταία έχει πωρωθεί άγρια. Έμαθε να παίζει το τραγούδι της Τσίλα και έχει χεστεί από την χαρά του.

ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ ΖΕΤΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΙΣΣΥΣ, Ο ΔΕΚΑΤΕΤΡΑΧΡΟΝΟΣ ΑΔΕΡΦΟΣ ΤΟΥΣ ΚΑΘΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΚΑΝΑΠΕ ΚΑΙ ΕΧΕΙ ΞΕΤΙΝΑΞΕΙ ΜΙΑ ΜΕΡΕΝΤΑ, ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΤΡΩΕΙ ΜΕ ΤΟ ΚΟΥΤΑΛΙ ΚΑΙ Η ΣΙΣΣΥ ΠΑΛΕΥΕΙ ΣΤΟΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΗ, ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟΠΟΘΕΤΗΜΕΝΟΣ ΣΕ ΕΝΑ ΤΡΑΠΕΖΑΚΙ ΑΚΡΙΒΩΣ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΤΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ ΚΑΙ ΣΥΝΕΧΩΣ ΒΡΙΖΕΙ ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΠΑΛΙΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΟΛΛΑΕΙ.

ΖΕΤΑ (αφήγηση):
Τα απρόοπτα και τα κουλά στην παρέα μας, είναι σαν τα ριάλιτι σόου στην τηλεόραση. Ξεπετάγονται το ένα μετά το άλλο. Ένα όμως παραμένει κλασική αξία. Το καθημερινό τηλεφώνημα του Μάξιμου στο σπίτι μας. Δεν έχει περάσει ποτέ μέρα που να μην καλέσει για να σχολιάσει κάτι ή να μας πει τα νέα του. Ακόμα κι αν προηγουμένως, ήμασταν μαζί για ώρες. Η μητέρα του έχει κάνει λογαριασμό σε μια εταιρεία τηλεφώνου, που δεν χρεώνει καθόλου τις κλήσεις προς σταθερά και έτσι, του έχει αλλάξει τα φώτα. Παίρνει και ενώ αρχικά  η αδερφή μου βαριέται να ανοίξει το στόμα της να πει έστω μια λέξη, στο τέλος  καταλήγουν να μιλάνε δυο ώρες στο τηλέφωνο έχοντας κουτσομπολέψει τους πάντες και τα πάντα. Αν στις δυο ώρες δεν τους το έκλεινε ο ΟΤΕ, θα μιλούσαν ακόμα. Αλλά εμείς είμαστε γραμμένοι εκεί και αναγκαστικά δεχόμαστε αυτόν τον όρο. Έτσι κι αλλιώς, οικογενειακώς δεν έχουμε πολλά άτομα , με τα οποία ξημεροβραδιαζόμαστε να μιλάμε μαζί τους στο τηλέφωνο. Αυτό γίνεται μόνο με τον Μάξιμο και τη μεγαλύτερη κατά έναν χρόνο αδερφή μου. Γιατί εμένα, ούτε που να με φτύσει. Σπάνια με ζητάει. Είτε είμαι στο σπίτι, είτε δεν είμαι, συνήθως για την αδερφή μου καλεί.

ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ ΤΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ ΧΤΥΠΑΕΙ ΚΑΙ Ο ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΤΡΕΧΕΙ ΝΑ ΤΟ ΠΙΑΣΕΙ ΜΕ ΤΟ ΚΟΥΤΑΛΙ ΣΤΟ ΣΤΟΜΑ.

ΑΧΙΛΛΕΑΣ: Ναι!
ΜΑΞΙΜΟΣ: Γεια σου Αχιλλέα! Ο Μάξιμος είμαι! Τι κάνεις;
ΑΧΙΛΛΕΑΣ: Γεια σου Μάξιμε! Καλά!
ΜΑΞΙΜΟΣ: Απ’ την τελευταία φορά που μιλήσαμε, μου φαίνεται πως η φωνή σου έχει βαρύνει πολύ.
ΑΧΙΛΛΕΑΣ: Είμαι μπουκωμένος!
ΜΑΞΙΜΟΣ: Τέειο κόλπο! Θα το εφαρμόσω κι εγώ. Από την επόμενη φορά, θα κυκλοφορώ συνεχώς με έναν κουνουπιδοκεφτέ στο στόμα, έτσι  για να ακούγομαι πιο μπρουτάλ.
ΑΧΙΛΛΕΑΣ: Κουνουπιδοκεφτέ; Αηδία! Γιατί όχι έναν κανονικό;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Είμαι χορτοφάγος.
ΑΧΙΛΛΕΑΣ: Α ναι, το έλεγαν τις προάλλες οι αδερφές μου και γελούσαν. 
ΜΑΞΙΜΟΣ: Γιατί;
ΑΧΙΛΛΕΑΣ: Μας περιέγραφαν το σκηνικό που είπες της γιαγιάς σου πως είσαι χορτοφάγος και εκείνη σου απάντησε «εντάξει, να σου φτιάξω δυο μπιφτέκια»;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Ναι, δεν το κατάλαβε. Νόμιζε πως είναι γαλλικά.
ΑΧΙΛΛΕΑΣ: Να σου δώσω την αδερφή μου;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Και τις δύο.
ΑΧΙΛΛΕΑΣ: Μόνο η Σίσσυ είναι εδώ, η Ζέτα πήγε στα λιβάδια.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Εγώ τρώω χορταρικά, αυτή βγήκε να βοσκήσει;
ΑΧΙΛΛΕΑΣ: Πήγε να τρέξει.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Γιατί; Την κυνηγάει κανείς; Μη χειρότερα με τέτοιον καιρό. Εντάξει, δώσε μου τη Σίσσυ.
ΑΧΙΛΛΕΑΣ: Σίσσυ!!!!!!!!! (φωνάζει δυνατά) Ο Μάξιμος!!!!!

Η ΣΙΣΣΥ ΣΗΚΩΝΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΗ ΚΑΙ ΕΡΧΕΤΑΙ ΣΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ

ΣΙΣΣΥ: Βρε ούφο, έκανες το τηλέφωνο μες τη μερέντα.
ΑΧΙΛΛΕΑΣ: Ουπς, δεν το ‘θελα.
ΣΙΣΣΥ: Ναι αλλά με βάζεις σε πειρασμό τώρα. Να το σκουπίσω ή να το γλείψω; Τέλος πάντων! Ναι.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Πάλι μασουλάει ο αδερφός σου;
ΣΙΣΣΥ: Και πού είσαι ακόμα. Από το πρωί που έχει σηκωθεί, έχει φάει όλον τον τόπο. Αν το σπίτι ήταν φτιαγμένο από ζάχαρη, τώρα θα ήμασταν άστεγοι.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Σε βρίσκω κάπως υπερβολική και τις κουβέντες σου βαριές.
ΣΙΣΣΥ: Τι λες χρυσέ μου; Οι κουβέντες μου μπροστά στην κοιλιά του Αχιλλέα, είναι φτερό στον άνεμο.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Εντάξει μωρέ, μην ανησυχείτε. Είναι ακόμα στην ανάπτυξη το παιδί. Θα το πάρει όλο σε μπόι.
ΣΙΣΣΥ: Όλο αυτό σε μπόι; Αποκλείεται! Εκτός αν γίνει σαν τον Φασούλα.

Boubas-Retro

Μετά από αρκετό διάστημα, αποφάσισα να επιστρέψω επιτέλους σε αυτά τα συγγραφικά λημέρια, παρουσιάζοντας κάτι παλιό και ταυτόχρονα νέο για όσους δεν το γνωρίζουν. Επειδή κάποια κείμενα φαίνεται πως είναι καταδικασμένα να στοιχειώσουν τον υπολογιστή μου, καιρός είναι να βγουν προς τα έξω για όσους ενδιαφέρονται να διαβάσουν κάτι χαλαρό και χαρούμενο χωρίς πολλές απαιτήσεις, απλά για να περάσουν ωραία. Τα "Λουκουμάκια" έχουν κλείσει πέντε χρόνια και γράφτηκαν για πρώτη φορά όταν ακόμα βλέπαμε πολλές σειρές στην τηλεόραση με την τρέλα και τη νοοτροπία εκείνης της εποχής. Πλέον τα πράγματα δεν είναι έτσι, όμως παραβλέποντας το γεγονός ότι ότανη ξεκίνησα να γράφω σενάρια-ήμουν αυτοδίδακτος-χωρίς να ξέρω καν πώς είναι η μορφή ενός ολοκληρωμένου σεναρίου, μπορείτε να πάρετε τα "Λουκουμάκια" στην πλάκα.

Πριν όμως ξεκινήσουμε με το στοκ των έτοιμων επεισοδιών, πάμε να μάθουμε ποια είναι τα "Λουκουμάκια" και πώς θα μας απασχολήσουν;

Σενάριο: Αντώνης Μπούμπας
Είδος: Νεανική Κωμωδία καταστάσεων
Περιγραφή - Παρουσίαση: Πολλοί είναι εκείνοι που λένε ότι η τρέλα πάει στα βουνά. Αν γνώριζαν όμως ότι κάπου στις Κυκλάδες ζουν και κυκλοφορούν ελεύθερα πέντε νεαρά παιδιά, κολλητοί από το σχολείο, που έχουν το χάρισμα να σκορπούν τον πανικό και την παράνοια στο πέρασμα τους, θα αναθεωρούσαν αμέσως. Η Ζέτα, η Λία, ο Μάξιμος, η Ρία και η Σίσσυ, είναι τα πέντε μπουμπούκια μας, ετών περίπου 22, που μεγάλωσαν με λουκούμια και χαλβαδόπιτες και έχουν ως σκοπό να στείλουν αδιάβαστη όλη τη Σύρο, τη μάνα πατρίδα τους, με τα κατορθώματα τους, τα ερωτικά τους καρδιοχτύπια, τις επικίνδυνες αποστολές για να σώσει ο ένας τον άλλο, αλλά και όλες τις κωμικοτραγικές καταστάσεις τις οποίες περνούν και απολαμβάνουν συνήθως με το χαμόγελο στα χείλη, αλλά και την χαζοχαρούμενη διάθεση να ξεχειλίζει από παντού. Ό,τι και να τους συμβαίνει, η φιλία και η αλληλεγγύη έχουν τον πρώτο λόγο. Ο ένας φούρνος γκρεμίζεται μετά τον άλλον και πάντα εκείνοι τρέχουν για να πληρώσουν τα σπασμένα, καθώς οι εχθροί είναι πολλοί και τα πυρά τα οποία δέχονται με σκοπό να διαλύσουν την αγαπημένη παρέα, ακόμα περισσότερα.

«Μια σειρά από τρελές παρεξηγήσεις»…


ΠΕΡΙΛΗΨΗ:

Η Ζέτα, η Σίσσυ, ο Μάξιμος, η Λία και η Ρία είναι κολλητοί από παιδιά. Μεγάλωσαν μαζί στο νησί τους τη Σύρο και έχουν το μοναδικό χάρισμα να κάνουν τον κόσμο άνω κάτω με την τρέλα τους, τον αυθορμητισμό τους και την απίστευτη ζωντάνια τους. Είναι η χαρά της ζωής αλλά και πόλος έλξης πολλών παρεξηγήσεων και κωμικοτραγικών καταστάσεων. Η Ζέτα μαθαίνει με τη βοήθεια των φίλων της ότι η επί χρόνια «κολλητή» της Νίνα, έχει κρυφή σχέση με τον Γιώργο, τον άνθρωπο με τον οποίο είναι ερωτευμένη χωρίς ανταπόκριση από το σχολείο και κόβει κάθε επαφή μαζί της αφού την ξεμπροστιάζει. Η σατανική Νίνα ορκίζεται εκδίκηση και πως δεν θα αφήσει κανέναν τους σε χλωρό κλαρί. Η Ζέτα ωστόσο ως άλλη Αντιγόνη, το μόνο που ζητάει ως ρομαντική ύπαρξη, είναι να αγαπήσει και να αγαπηθεί. Και ο έρωτας, ο οποίος τυγχάνει να είναι μηχανόβιος, είναι στο δρόμο με «τριπλή ταυτότητα».Όσον αφορά τους υπόλοιπους, όλος ο κόσμος θεωρεί ότι ο Μάξιμος είναι γκέι γιατί έχει ένα ιδιόρρυθμο στυλ και διαφέρει από τα υπόλοιπα αγόρια της ηλικίας του και εκείνος προσπαθεί να αποδείξει το αντίθετο. Η Σίσσυ κάνει πρακτική στη βιβλιοθήκη του νησιού και βαριέται. Η Ρία ψάχνει μανιωδώς έναν άντρα κατά προτίμηση με κοιλιακούς φέτες για να της πάρει ότι πολύτιμο εξακολουθεί να υπάρχει πάνω της και έχει αρχίσει να την κουράζει. Και τέλος η Λία, που έχει από πίσω της μια μάνα που τρέχει για τα πάντα και μια μικρότερη αδερφή που κάνει τα πάντα για να την προσέξουν κι αυτή, μπλέκεται στα οικογενειακά της ξαδέρφης της Χριστίνας, όταν ο μέλλοντας της σύζυγος της, τη μέρα του γάμου τους, εξομολογείται σε εκείνην τον έρωτα του και την κλέβει από την εκκλησία μπροστά στα μάτια όλων.
Και ενώ όλα μπορεί να φαίνονται απλά, το ερώτημα είναι αυτά τα Συριανά μπουμπούκια που έχουν όλη τη ζωή μπροστά τους, θα καταφέρουν να μείνουν για ένα λεπτό ήσυχα να απολαύσουν ό,τι έχουν τουλάχιστον ή και αυτό θα τους βγει από τη μύτη, με τις τόσες αναποδιές, παρεξηγήσεις, αλλά και τις ατάκες που ξεστομίζουν και δεν σταματούν ούτε ένα λεπτό να γελούν. Παράδοξο; Σουρεαλιστικό; Από όλα έχει ο μπαξές, με ήρωες πέντε γλυκά λουκουμάκια, που όλοι θα ήθελαν για παιδιά τους!!!!