Σάββατο 14 Ιουλίου 2012

Κούνια-Μπέλα (κεφάλαιο 2)

Την προηγούμενη εβδομάδα γνωρίσατε για πρώτη φορά την Αναμπέλα, μία καθημερινή κοπέλα η οποία διανύει τη δεύτερη δεκαετία της ζωής της, χωρίς να είναι ακόμα αποκατεστημένη σε επαγγελματικό και προσωπικό επίπεδο. Είναι ιδιαίτερα νευρική και δε διστάζει να ξεκινήσει θυελλώδεις καυγάδες με την "ανακατώστρα" μητέρα της, αλλά και τον Φραγκίσκο, έναν παιδικό φίλο. Στο πρώτο κεφάλαιο μάθαμε για τις προσπάθειες που κάνει ώστε να εξασφαλίσει μία θέση στο Μητροπολιτικό Μέγαρο της πόλης της, αλλά και για τις μυστικές συναντήσεις του ξαδέρφου της Λάμπρου με τον Παπα-Κώστα. Η Αναμπέλα αποφασισμένη να λύσει το μυστήριο θα μπλεχτεί σε ξεκαρδιστικές καταστάσεις τόσο με τη μητέρα της, όσο και με την κολλητή της Κρίστη, η οποία περνάει το δικό της δράμα, αφού θεωρεί ότι ο φίλος της Χρήστος...έχει μάτια για άλλη. Το προηγούμενο κεφάλαιο τελείωσε στο σημείο που η Αναμπέλα γνωρίζει τον Θησέα, ένα ακόμη προξενειό της μητέρας της, ο οποίος όμως δεν συγκαταλέγεται στη λίστα με τις προηγούμενες αποτυχημένες επιλογές της Κυρα-Λένας.
Συγχωρέστε με για τη μικρή δόση, αλλά πραγματικά ο χρόνος είναι περιορισμένος. Απολαύστε αυτό το μικρό απόσπασμα και σας υπόσχομαι σύντομα τη συνέχεια.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
«Βοήθειά μας…»

Όταν επέστρεψα αφιονισμένη στο σπίτι κρατώντας το μαχαίρι, για καλή μου τύχη, ο Θησέας βρισκόταν στην ταράτσα για να επιδιορθώσει την κεραία. Ένιωσα πραγματικά ότι με είχε βοηθήσει ο Θεός, διότι αν εμφανιζόμουν μπροστά του σαν το δολοφόνο του «Ψυχώ» -χωρίς βέβαια εγώ να ‘χω την χαρά να τον δω ολόγυμνο μέσα στη ντουζιέρα- θα είχε γίνει Λούης. Τελικά, η συναναστροφή μας με τον κλήρο είχε αποδώσει τα μέγιστα. Ωστόσο, η μητέρα μου η οποία εκείνη τη στιγμή έφτιαχνε τον καφέ του στην κουζίνα δεν είχε καμία αμφιβολία ότι τα λογικά μου είχαν βαρέσει διάλυση.
Με κοίταξε ατάραχη και με αξιοθαύμαστη ψυχραιμία, σαν να είχε αποδεχτεί το γεγονός ότι η ασθένειά μου είναι αγιάτρευτη, όπως εκείνη η μάνα από τη Θεσσαλονίκη, που έμαθε ότι ο γιος της ήταν ο «δράκος» του Σέιχ Σου.
-Παιδί μου δεν είσαι καλά! είπε καταφατικά, βάζοντας με σε σκέψεις ότι ήδη είχε καλέσει στο Λυσσιατρείο, για να ‘ρθουν να με μαζέψουν.
-Ησύχασε, δεν θα σε σκοτώσω! απάντησα σχολαστικά, αφήνοντας το μαχαίρι μέσα στο νεροχύτη.
-Ευτυχώς! φώναξε ανακουφισμένη. Γιατί και ο Κοκκινόπουλος έχει σταματήσει τα σήριαλ, οπότε τσάμπα θα κάναμε το διαμέρισμα συναίματο! πρόσθεσε, αποδεικνύοντας περίτρανα από ποιον κληρονόμησα την τρέλα.
Όσο κι αν διεμήνυα ότι οι προθέσεις μου ήταν αγνές, εκείνη πίστευε ακράδαντα ότι το «κτήνος» μέσα μου παρέμενε ζωντανό.
-Πάντως αν πρόκειται να με βρίσεις για τον Θησέα, καλύτερα να τον διώξω! είπε, παρατώντας τον καφέ στη μέση.
-Αν τον διώξεις, θα σε βρίσω! ούρλιαξα εγώ, με τη φωνή μου να χτυπάει υψηλές οκτάβες.
Παράλληλα, μπήκα μπροστά της και άρχισα να της κλείνω με τα χέρια μου το δρόμο προς την έξοδο, θυμίζοντας μοναδικές στιγμές αγώνων μπάσκετ. Μόλις ηρεμήσαμε και οι δύο, έσκυψα στο αυτί της.
-Μου αρέσει! της ψιθύρισα δειλά-δειλά και τα μάτια της πετάχτηκαν έξω σαν κούκος.

Παρασκευή 6 Ιουλίου 2012

Κούνια-Μπέλα (κεφάλαιο 1)

Καιρό έψαχνα να ξαναγυρίσω στο κωμικό ύφος που πάντα με χαρακτήριζε και τα τελευταία χρόνια με είχε εγκαταλείψει. Πριν λίγες ημέρες μου ήρθε μία ωραία ιδέα για να δημιουργήσω ξανά κάτι κωμικό, που φιλοδοξεί να προκαλέσει πολλά χαμόγελα στους αναγνώστες. Απολαύστε λοιπόν από σήμερα τις περιπέτειες της Αναμπέλας, μιας καθημερινής και ιδιαίτερα νευρικής κοπέλας, που πέρα από τα δικά της προβλήματα με τη μάνα της και το δυσβάσταχτο φορτίο της μοναξιάς, έχει να διαχειριστεί και τα προβλήματα της κολλητής της Κρίστης, αλλά και του υπόλοιπου κοινωνικού της περιγύρου φέρνοντας στην επιφάνεια κρυμμένα μυστικά. Ελπίζω πραγματικά να απολαύσετε το πρώτο μέρος και να περάσετε όμορφα!!!!!!!

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
"Μήλα ρε..."
Με δυσκολία κρατήθηκα σήμερα να μην κάνω φρουτοσαλάτα το κεφάλι του Φραγκίσκου. Μόλις είδα τις μπανάνες, τις οποίες μάλιστα μοστράρει στην είσοδο του οπωροπωλείου σαν να πρόκειται για έργο τέχνης, ένιωσα την ανάγκη να τις πιάσω με μανία και να του τις φέρω καπέλο.
Το σκηνικό αυτό επαναλαμβάνεται κάθε μέρα. Δε μπορείς, άνθρωπέ μου, να επαγγέλλεσαι μανάβης και να πλασάρεις σκάρτο εμπόρευμα. Από το πρωί έως το βράδυ να έκαναν ηλιοθεραπεία οι μπανάνες, τέτοιο μαύρισμα δε θα ‘χαν.
Πήρα έξαλλη ένα τσαμπί και το κοπάνησα επάνω στον πάγκο. Ο Φραγκίσκος έδειξε να δυσανασχετεί, γιατί συνηθίζω να του βάζω τις φωνές, σε αντίθεση με τη μητέρα μου που τον λυπάται επειδή κάνει ολομόναχος τα πρώτα επιχειρηματικά του βήματα, χωρίς τη βοήθεια του πατέρα του. Εγώ, σιγά μη λυγίσω. Σε διπλανά θρανία καθόμασταν στο σχολείο. Τον ξέρω από πρώτο χέρι. Δηλαδή επειδή εκείνος είναι αποκατεστημένος επαγγελματικά, ενώ εγώ «γλείφω» διαρκώς τον Μητροπολίτη μας να με τοποθετήσει κάπου εντός της Μητρόπολης, έστω και στις τουαλέτες, θα φοβηθώ να του μιλήσω;
-Εσύ αυτές, τις λες μπανάνες;
Τα ντεσιμπέλ της φωνής μου χτύπησαν κόκκινο, δεδομένου ότι η δίαιτα των κίτρινων φρούτων και λαχανικών που ακολουθώ τον τελευταίο μήνα έχει αρχίσει να μου κάνει τα νεύρα… μηχανή του κιμά.
-Γιατί, εσένα με τι σου μοιάζουν; ρώτησε ενοχλημένος.
-Με κάτι που φυλάω στο κομοδίνο μου, απάντησα καυστικά για να τον αποστομώσω.
- Και από ό,τι φαίνεται, δεν κάνει καλά τη δουλειά του, πρόσθεσε και με αποστόμωσε αυτός.
Δεν φτάνει που δεν κάνει σωστά τη δουλειά του, είναι και θρασύς. Εγώ φταίω που προσπαθώ να στηρίζω τα καταστήματα της γειτονιάς μου και ειδικότερα, τους ανθρώπους της δικής μου γενιάς.
-Κάνω τα πάντα να σε εξυπηρετήσω και εσύ δεν ικανοποιείσαι με τίποτα.
Ο Φραγκίσκος εξέφρασε τα παράπονά του για μένα, όσο εγώ αναρωτιόμουν αν συνέχιζε τα σεξουαλικά υπονοούμενα, ή αν αυτή τη φορά μιλούσε κυριολεκτικά.
-Δε μπορεί ένα ολόκληρο μανάβικο να στηρίζεται αποκλειστικά στις δικές σου προτιμήσεις. Εν πάση περιπτώσει, εάν εσύ θέλεις να τρως ξύλο, να πηγαίνεις σε ξυλουργείο, όχι σε μανάβικο.
Με επέπληττε σε έντονο ύφος.
-Αν πιάσω μια βρεγμένη σανίδα και αρχίσω να σε κυνηγάω, θα σου πω εγώ μετά… που μου βγάζεις και γλώσσα.
Είχαμε γίνει θέαμα μέχρι έξω στο δρόμο. Ο κόσμος σταματούσε μπροστά από το μανάβικο και περίμενε να γίνει πιθανό «διπλωματικό επεισόδιο».
-Από τόσα φρούτα που υπάρχουν εδώ, εσύ έχεις κολλήσει στις μπανάνες;
Το παλικάρι είχε απηυδήσει.

Κυριακή 1 Ιουλίου 2012

"Στις όχθες του Βοϊδομάτη κάθισα και μάτωσα"

Πριν μου φορέσετε αυτή την όμορφη και πάντα στυλάτη άσπρη ρόμπα που κουμπώνει από πίσω, να σας εξηγήσω ότι αυτό που θα διαβάσετε παρακάτω "γεννήθηκε" στην προσπάθειά μου να ξεκινήσω με έναν εναλλακτικό τρόπο την τελευταία -για τον Ιούνιο στήλη μου στο TvNea- όπου αναλύω τη μόδα των βαμπίρ και την επιρροή της στην παγκόσμια τηλεόραση και κυρίως στην ελληνική. Στο τελικό drift, έκρινα ότι δεν ταιριάζει και σκέφτηκα το συγγραφικό μου παραλήρημα να το αφήσω εκτός. Γιατί όμως να πιάνει απλά χώρο στα "έγγραφά μου" χωρίς να αξιοποιηθεί με κάποιον τρόπο, έστω για να γελάσει και κάθε πικραμένος;
Σας παραθέτω λοιπόν ένα μικρό δοκιμιάκι, μια σκοτεινή ιστορία με αρχή-μέση και τέλος, το οποίο "εμπνεύστηκα" επιθυμώντας να μπω στη λογική εκείνων που πιστεύουν ότι η Ελλάδα είναι έτοιμη για αιματηρές ξεπατικωσούρες, φλερτάροντας ανάμεσα στη σοβαρότητα και τη φαιδρότητα.
Γελάστε ελεύθερα, γιατί μη ξεχνάτε. Το γέλιο μεγαλώνει τη ζωή.

Κρυμμένοι στην πυκνή «αγκαλιά» των πανύψηλων πλατανιών- που από κοινού με τα κάθετα βράχια και τις διάσπαρτες σπηλιές πλάι στα κρυστάλλινα νερά του Βοϊδομάτη συνθέτουν την εικόνα ενός επίγειου παραδείσου-ο Ορέστης και η Μανταλένα διασχίζουν ανέμελα και χωρίς αίσθηση του χρόνου, το μονοπάτι που θα τους οδηγήσει πίσω στο γεφύρι. Η επίσκεψη τους στο εγκαταλελειμμένο μοναστήρι των Αγίων Αναργύρων αποτέλεσε το εφαλτήριο μιας μοναδικής ρομαντικής περιπλάνησης στην καρδιά της Κλειδωνιάς με τα ονειρικά χρώματα του ποταμού και τις φυλλώδεις εκτάσεις της να δημιουργούν απίθανους χρωματισμούς.
Ωστόσο, το μαγευτικό τοπίο και η παραμυθένια ατμόσφαιρα της φθινοπωρινής αυτής απόδρασης μακριά από τον όχλο του ξενοδοχείου κατάφεραν να βάλουν τρικλοποδιά στα προγραμματισμένα τους σχέδια, με αποτέλεσμα οι ώρες να κυλήσουν σαν τον ποταμό. Ήταν ήδη περασμένες έξι όταν έφτασαν στον προορισμό τους μετά από μία ονειρική διαδρομή, διάρκειας μίας ώρας, που θα μείνει για πάντα χαραγμένη στη μνήμη τους μέσα από τις δεκάδες φωτογραφίες που αποθανάτισαν λεπτομερώς κάθε τους βήμα. Ο ήλιος δεν άργησε να τους κουνήσει το μαντήλι, κατηφορίζοντας στους πρόποδες των λόφων, οι οποίοι υψώνονταν επιβλητικά μπροστά τους. Η αγριότητα του δάσους ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο από τα μαύρα πέπλα της νύχτας, ενώ το τοπίο φαντάζει πλέον το ιδανικό στέκι μυθικών πλασμάτων και στοιχειών της φύσης που βασιλεύουν στις σελίδες των μυθιστορημάτων. Το σκοτάδι, άσπονδος εχθρός τους, έχει τυλίξει σαν μανδύας κάθε φωτεινή σπιθαμή και το φεγγάρι υποτάσσεται νωχελικά στα νεφελώδη δεσμά του πένθιμου ουρανού. Μοναδικός τους σύμμαχος, το φως από τα κινητά τους τηλέφωνα.
Η Μανταλένα, κρατώντας σφιχτά το χέρι του Ορέστη, ακολουθεί με τυφλή-κυριολεκτικά-εμπιστοσύνη τα βήματά του. Η τόλμη και ο αποφασιστικός του χαρακτήρας διώχνουν μακριά κάθε υποψία φόβου, πλέκοντας γύρω τους ένα δίχτυ ασφάλειας. Τα λεπτά περνούν και το μονοπάτι γίνεται ακόμα πιο δύσβατο. Το αδιάκοπο θρόισμα των φύλλων και τα ουρλιαχτά ζώων, τα οποία φτάνουν όλο και πιο δυνατά στο μέρος τους εντείνουν την αγωνία τους για την έξοδο τους από το δάσος. Η Μανταλένα σφίγγει το χέρι του Ορέστη, την ώρα που δε μπορεί να συγκρατήσει τα σιωπηλά της δάκρυα. Η ανάσα της δυσχεραίνει, τα πόδια της είναι πλέον αδύναμα, όμως λίγο πριν καταρρεύσει, αχτίνες φωτός λούζουν τα πρόσωπά τους. Έφτασαν. Ξεφυσούν από ικανοποίηση. Ο Ορέστης σκουπίζει τα δάκρυα της Μανταλένας και την καθησυχάζει με ένα φιλί.
Ξεκινούν να διασχίζουν το μονότοξο γεφύρι με τη μακρόστενη καμάρα, αλλά κάτι παράξενο διακρίνουν στη μέση του. Παγώνουν. Από το σημείο που βρίσκονται δε μπορούν να καταλάβουν τι είναι. Κολλημένοι ο ένας στον άλλον και με αγωνία για το αν πρόκειται για κάποιο χτυπημένο ζώο, πλησιάζουν. Όταν φτάνουν κοντά, αντικρίζουν με έκπληξη μια νεαρή κοπέλα αναίσθητη και τραυματισμένη. Την ταρακουνούν, αλλά μάταια. Δε συνέρχεται. Τότε, ο Ορέστης πιάνει το κινητό του, προκειμένου βοήθεια. Η μπαταρία τον εγκαταλείπει. Η Μανταλένα ακολουθεί το παράδειγμά του, αλλά η απουσία σήματος καθιστά την επικοινωνία της με την άλλη άκρη του χωριού αδύνατη. Προθυμοποιείται να τρέξει έως εκεί για ενισχύσεις. Ο Ορέστης της ζητά να κάνει όσο το δυνατόν πιο σύντομα. Ο ίδιος στέκεται πάνω από την κοπέλα και προσπαθεί να τη συνεφέρει. Ψάχνει στα ρούχα της για προσωπικά στοιχεία, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.
Ξαφνικά, η κοπέλα ανοίγει τα μάτια και ο Ορέστης εκπλήσσεται ευχάριστα. Τα βλέμματά τους διασταυρώνονται. Ο ένα κοιτάζει τον άλλον με απορία. Τη στιγμή που ο Ορέστης προσπαθεί να βάλει στο μυαλό του τα πράγματα σε μία σειρά, η κοπέλα του χαμογελάει. Εκείνος ανταποδίδει το χαμόγελο και πριν προλάβει να τη ρωτήσει αν είναι καλά, δύο κοφτεροί κυνόδοντες ξεπετάγονται από το στόμα της και του δαγκώνουν με μανία το λαιμό. Η κραυγή του Ορέστη φτάνει μέχρι τα αυτιά της Μανταλένας, η οποία γυρίζει αστραπιαία το βλέμμα της πίσω. Κοιτάζει μουδιασμένη τριγύρω, αλλά δεν παρατηρεί τίποτα. Καθησυχασμένη στρέφει το κεφάλι της και πάλι μπροστά. Στο βάθος διακρίνει μια σκιά, η οποία σιγά-σιγά την πλησιάζει. Παγώνει. «Ποιος είναι»; Ρωτάει τρομαγμένη. Μέχρι που η σκιά εξαφανίζεται και αντικρίζει μπροστά της τον Ορέστη, ο οποίος στέκεται ακίνητος. Χωρίς να σκεφτεί τίποτα, τρέχει μέσα στην αγκαλιά του. Του λέει πόσο φοβήθηκε και μόλις κάνει την κίνηση να τον κοιτάξει στα μάτια, ο Ορέστης της δείχνει τους μεγάλους κυνόδοντές του και πριν προλάβει να φωνάξει, της δαγκώνει και της ρουφάει το αίμα. Από κείνη τη βραδιά, δεν ξαναείδε κανείς το αγαπημένο αυτό ζευγάρι, παρόλο που αρκετοί ισχυρίζονται ότι ζουν ανάμεσά μας.

ΤΕΛΟΣ