Την προηγούμενη εβδομάδα γνωρίσατε για πρώτη φορά την Αναμπέλα, μία καθημερινή κοπέλα η οποία διανύει τη δεύτερη δεκαετία της ζωής της, χωρίς να είναι ακόμα αποκατεστημένη σε επαγγελματικό και προσωπικό επίπεδο. Είναι ιδιαίτερα νευρική και δε διστάζει να ξεκινήσει θυελλώδεις καυγάδες με την "ανακατώστρα" μητέρα της, αλλά και τον Φραγκίσκο, έναν παιδικό φίλο. Στο πρώτο κεφάλαιο μάθαμε για τις προσπάθειες που κάνει ώστε να εξασφαλίσει μία θέση στο Μητροπολιτικό Μέγαρο της πόλης της, αλλά και για τις μυστικές συναντήσεις του ξαδέρφου της Λάμπρου με τον Παπα-Κώστα. Η Αναμπέλα αποφασισμένη να λύσει το μυστήριο θα μπλεχτεί σε ξεκαρδιστικές καταστάσεις τόσο με τη μητέρα της, όσο και με την κολλητή της Κρίστη, η οποία περνάει το δικό της δράμα, αφού θεωρεί ότι ο φίλος της Χρήστος...έχει μάτια για άλλη. Το προηγούμενο κεφάλαιο τελείωσε στο σημείο που η Αναμπέλα γνωρίζει τον Θησέα, ένα ακόμη προξενειό της μητέρας της, ο οποίος όμως δεν συγκαταλέγεται στη λίστα με τις προηγούμενες αποτυχημένες επιλογές της Κυρα-Λένας.
Συγχωρέστε με για τη μικρή δόση, αλλά πραγματικά ο χρόνος είναι περιορισμένος. Απολαύστε αυτό το μικρό απόσπασμα και σας υπόσχομαι σύντομα τη συνέχεια.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
«Βοήθειά μας…»
Όταν επέστρεψα αφιονισμένη στο σπίτι κρατώντας το μαχαίρι, για καλή μου τύχη, ο Θησέας βρισκόταν στην ταράτσα για να επιδιορθώσει την κεραία. Ένιωσα πραγματικά ότι με είχε βοηθήσει ο Θεός, διότι αν εμφανιζόμουν μπροστά του σαν το δολοφόνο του «Ψυχώ» -χωρίς βέβαια εγώ να ‘χω την χαρά να τον δω ολόγυμνο μέσα στη ντουζιέρα- θα είχε γίνει Λούης. Τελικά, η συναναστροφή μας με τον κλήρο είχε αποδώσει τα μέγιστα. Ωστόσο, η μητέρα μου η οποία εκείνη τη στιγμή έφτιαχνε τον καφέ του στην κουζίνα δεν είχε καμία αμφιβολία ότι τα λογικά μου είχαν βαρέσει διάλυση.
Με κοίταξε ατάραχη και με αξιοθαύμαστη ψυχραιμία, σαν να είχε αποδεχτεί το γεγονός ότι η ασθένειά μου είναι αγιάτρευτη, όπως εκείνη η μάνα από τη Θεσσαλονίκη, που έμαθε ότι ο γιος της ήταν ο «δράκος» του Σέιχ Σου.
-Παιδί μου δεν είσαι καλά! είπε καταφατικά, βάζοντας με σε σκέψεις ότι ήδη είχε καλέσει στο Λυσσιατρείο, για να ‘ρθουν να με μαζέψουν.
-Ησύχασε, δεν θα σε σκοτώσω! απάντησα σχολαστικά, αφήνοντας το μαχαίρι μέσα στο νεροχύτη.
-Ευτυχώς! φώναξε ανακουφισμένη. Γιατί και ο Κοκκινόπουλος έχει σταματήσει τα σήριαλ, οπότε τσάμπα θα κάναμε το διαμέρισμα συναίματο! πρόσθεσε, αποδεικνύοντας περίτρανα από ποιον κληρονόμησα την τρέλα.
Όσο κι αν διεμήνυα ότι οι προθέσεις μου ήταν αγνές, εκείνη πίστευε ακράδαντα ότι το «κτήνος» μέσα μου παρέμενε ζωντανό.
-Πάντως αν πρόκειται να με βρίσεις για τον Θησέα, καλύτερα να τον διώξω! είπε, παρατώντας τον καφέ στη μέση.
-Αν τον διώξεις, θα σε βρίσω! ούρλιαξα εγώ, με τη φωνή μου να χτυπάει υψηλές οκτάβες.
Παράλληλα, μπήκα μπροστά της και άρχισα να της κλείνω με τα χέρια μου το δρόμο προς την έξοδο, θυμίζοντας μοναδικές στιγμές αγώνων μπάσκετ. Μόλις ηρεμήσαμε και οι δύο, έσκυψα στο αυτί της.
-Μου αρέσει! της ψιθύρισα δειλά-δειλά και τα μάτια της πετάχτηκαν έξω σαν κούκος.

